«Τρεις Αδελφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» των Ειρήνη Λαμπρινοπούλου & Δανάη-Αρσενία Φιλίδου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ο Τσέχωφ, στις «Τρεις αδερφές», δεν έγραψε απλώς για τη ρωσική επαρχία του 1900. Έγραψε για την υπαρξιακή στασιμότητα. Στην Ελλάδα, αυτό το «πότε θα πάμε στη Μόσχα;» μεταφράζεται με τρομακτική ευκολία σε οικεία κοινωνικά και ψυχολογικά αδιέξοδα.
Το έργο Τρεις Αδερφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες) αποτελεί μια σύγχρονη ελληνική μεταγραφή του ομώνυμου θεατρικού έργου, που φωτίζει με καυστικό χιούμορ και ευαισθησία τις ρωγμές της ελληνικής οικογένειας.
Με αφορμή ένα κληρονομικό ζήτημα, αναδύονται ερωτήματα γύρω από τη μνήμη, την απώλεια και τον αποχωρισμό του πρώτου σπιτιού. Τι σημαίνει οικογένεια; Πώς διαχειριζόμαστε τα ανεκπλήρωτα όνειρα; Και ποια είναι η «Μόσχα» που συνεχίζουμε να αναζητούμε σήμερα;
Έχει πλάκα, πάντως. Το πώς περνάει ο χρόνος. Σα σήμερα, πριν ένα χρόνο ακριβώς, πέθανε ο πατέρας. Και τώρα να είμαστε εδώ. Ένα χρόνο μετά. Ακριβώς στο ίδιο σπίτι.
Η Όλγα, η Μαρία και η Ειρήνη επιστρέφουν στην Κεφαλονιά, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα τους. Η απόφαση να πουλήσουν το πατρικό τους σπίτι — έναν χώρο γεμάτο μνήμη, παιδικά ίχνη και οικογενειακές χίμαιρες — τις φέρνει ξανά μαζί, έπειτα από οκτώ χρόνια που η καθεμία έχει ακολουθήσει μία διαφορετική πορεία ζωής στην Αθήνα.
Περιμένοντας τους υποψήφιους αγοραστές, αναγκάζονται να συνυπάρξουν σε ένα σπίτι που λειτουργεί σαν ζωντανό αρχείο: οι παλιές συγκρούσεις αναβιώνουν, οι συζητήσεις που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ επιστρέφουν, οι προσωπικές επιλογές τίθενται εκ νέου υπό αμφισβήτηση. Οι ισορροπίες τους δοκιμάζονται και οι βεβαιότητες καταρρέουν, καθώς κάθε μία καλείται να επαναπροσδιορίσει τι άφησε πίσω και τι διεκδικεί ακόμη.
Στην καλλιτεχνική ομάδα της παράστασης συμμετέχουν τρεις γυναίκες δημιουργοί με καταγωγή από την Καβάλα και τη Θάσο: η Καβαλιώτισσα ηθοποιός Δανάη-Αρσενία Φιλίδου και η Θασίτισσα Υψιπύλη Σοφιά, που ενσαρκώνουν δύο από τις Αδερφές, καθώς και η Άννα Φιλίδου, ως συνεργάτρια σκηνοθέτρια.
Στην παράσταση η γραφή και η σκηνοθεσία εστιάζουν στο Σύνδρομο της «Αναμονής».
Η Όλγα, η Μάσα και η Ειρήνη περιμένουν μια ζωή που δεν έρχεται ποτέ. Στην ελληνική διασκευή αυτό καθρεφτίζει τη γενιά που εγκλωβίστηκε στην επαρχία που αργοπεθαίνει, την αίσθηση ότι η «πραγματική ζωή» συμβαίνει κάπου αλλού, εν προκειμένω, όχι στην Κεφαλονιά!
Ακόμη, είναι ορατή η φθορά της καθημερινότητας. Ο Τσέχωφ, άλλωστε, καταδεικνύει το πώς ο χρόνος «τρώει» τους ανθρώπους, μέσα από μικροπρέπειες και ανούσιες συζητήσεις.
Ο καιρός περνάει και αυτές συνεχίζουν να διαμένουν στη μικρή επαρχιακή πόλη της Κεφαλονιάς, όπου ένας άλλος τρόπος ζωής, πολύ μακρινός και ξένος −σχεδόν χυδαίος− στοιχειώνει την καθημερινότητά τους και σταδιακά τους αλλοτριώνει. Το μέλλον πλησιάζει και επιφυλάσσει νέες ματαιωμένες προσδοκίες.
Οι τρεις αδελφές, αφήνοντας τον χρόνο να εξαντλείται σε όνειρα και φλυαρίες, δεν μπορούν να αναλάβουν την ευθύνη της ίδιας τους της ζωής, βουλιάζουν στον συμβιβασμό και αδυνατούν να μετατρέψουνε τις επιθυμίες τους σε πράξη. Το αλλού και το μετά απομένουν για αυτές οι μόνοι φαντασιακοί τόποι διαφυγής.
Το έργο διερευνά μια σειρά από διαχρονικά θέματα και ζητήματα, όπως τι είναι ευτυχία, αν η γνώση είναι καλύτερη από την άγνοια, πόσους συμβιβασμούς χρειάζεται να κάνει κανείς στη ζωή του. Ο Τσέχωφ επιτυγχάνει μια ισορροπία μεταξύ της «υποκειμενικά οδυνηρής» και «αντικειμενικά κωμικής» προοπτικής για τη ζωή, για να συνδέσει την καταστροφή με το ασήμαντο, σε αυτό το έργο χαρακτήρων, θολώνοντας τα όρια μεταξύ κωμωδίας και δράματος, για να σφυρηλατήσει την τραγική προσέγγιση με τη φάρσα, η οποία συχνά μπερδεύει κοινό και κριτικούς.
Μια σύγχρονη ελληνική ματιά, όπως αυτή των Ειρήνης Λαμπρινοπούλου και Δανάης Αρσενίας Φιλίδου, αντικαθιστά, θα λέγαμε, το σαμοβάρι με το κεφαλλονίτικο κρασί, τα ακριβά έπιπλα με πλαστικές καρέκλες, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: η φυγή από την πραγματικότητα, μέσω της ονειροπόλησης.
Η τεχνολογία μεγεθύνει τους ήχους, τα ακουστικά απομονώνουν τον περίγυρο όταν το επιτάσσει η λογική και η επιθυμία μιας εκ των αδερφών, σαν παροδική αποστασιοποίηση από τα κοινά προβλήματα.
Επίσης, η σύγχρονη διασκευή αφαιρεί τον στόμφο του 19ου αιώνα. Οι ηρωίδες μιλούν κοφτά, νευρικά, όπως εμείς σήμερα. Η τραγωδία δεν κρύβεται σε μεγάλους λόγους, αλλά στις δακρύβρεκτές παύσεις και στην αδυναμία επικοινωνίας.
Μια τέτοια διασκευή δεν είναι απλώς «εκσυγχρονισμός», αλλά επανανοηματοδότηση.
Όταν ο Τσέχοφ λέει «Σε διακόσια-τριακόσια χρόνια η ζωή στη γη θα είναι αφάνταστα ωραία», στην Ελλάδα του σήμερα αυτό ακούγεται σαν μια πικρή ειρωνεία που μας αφορά άμεσα. Η σύγχρονη ματιά έγκειται στο να δείξει ότι η «Μόσχα» δεν είναι πόλη, αλλά μια ουτοπία που χρησιμοποιούμε για να αντέξουμε το παρόν.
Πολλές πρόσφατες ελληνικές παραστάσεις (π.χ. από τον Δημήτρη Καραντζά ή παλαιότερα από τον Μαρμαρινό) έχουν αποδείξει ότι ο Τσέχωφ είναι πιο «Έλληνας» και πιο «σύγχρονος» από πολλούς δικούς μας συγγραφείς, ακριβώς επειδή αποθεώνει τη μελαγχολία της αδράνειας.
Η Δανάη-Αρσενία Φιλίδου αναμετριέται για πρώτη φορά με τη συγγραφή και, μαζί με την Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, ερευνά το γυναικείο βίωμα, τις οικογενειακές συγκρούσεις και τη διαδικασία ενηλικίωσης μιας σύγχρονης γυναίκας στην ελληνική επαρχία.
Η παρένθεση στον τίτλο του έργου (θα έρθουν καλύτερες μέρες), δηλώνει τη χαρακτηριστική απόκλιση από το έργο του Άντον Τσέχωφ. Για εκείνον δεν υπάρχουν καλύτερες μέρες.
Η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, διατηρώντας τη βασική δομή του Ρώσου συγγραφέα, βαδίζει με σταθερότητα και συνέπεια σε ένα τέλος που ανοίγει τον ορίζοντα αντί να τον κλείνει.
Η σκηνοθετική της άποψη είναι άξια λόγου, όχι μόνο για την τεχνική αρτιότητα της έκφρασής της, αλλά, κυρίως, για τη συγκίνηση που αβίαστα προκαλεί.
Η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, έχοντας στο ενεργητικό της – παρά το νεαρό της ηλικίας της – αξιόλογες σκηνοθετικές προσεγγίσεις σε έργα όπως: «Οι Μελλοθάνατοι ή Zoochosis Under Panopticon» (Ωδείο Αθηνών, 2021), «Το Διαβατήριο» (Θέατρο του Νέου Κόσμου, 2023), «Η Λυγερή» του Ανδρέα Καρκαβίτσα (Εθνικό Θέατρο 2024), «Πνεύμονες» (Θέατρο Κάτω από τη Γέφυρα 2025), τώρα καταπιάνεται με τον Ρώσο θεατρικό συγγραφέα, για να ξεκλειδώσει τους γρίφους του εμβληματικού αυτού έργου, που παραμένει – περισσότερο από έναν αιώνα- η πιο εύστοχη μεταφορά για να μιλήσει κανείς για τον χρόνο.
Οι Τρεις αδελφές είναι ένα ψυχικό «μωσαϊκό» για το νόημα που διαρκώς μας διαφεύγει, όπως οι στιγμές της ζωής μας που δεν καταφέραμε να ζήσουμε ένδοξα, αποτελεσματικά, λυτρωτικά. Αλλά είναι και ταυτόχρονα μια αξεπέραστη παρακαταθήκη της αγάπης του Τσέχωφ για τον ίδιο τον άνθρωπο.
Η ίδια δηλώνει σε συνέντευξή της: «Οι «Τρεις Αδελφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» παραμένουν με τα ίδια ονόματα κουβαλώντας, όπως και οι ηρωίδες του Τσέχωφ παγιδευμένες σε επιθυμίες, όνειρα ανεκπλήρωτα και μια εσωτερική πληγή για τη μεταξύ τους σχέση. Στο έργο δε συμβαίνουν θεαματικά γεγονότα.
Ο Τσέχωφ φωτίζει τις μικρές απογοητεύσεις, τις ματαιώσεις και την αίσθηση ότι η ζωή περνά χωρίς να εκπληρώνεται. Η περίφημη «Μόσχα» λειτουργεί τελικά λιγότερο ως πραγματικός προορισμός και περισσότερο ως σύμβολο μιας ζωής, που θα μπορούσε να είχε υπάρξει, μιας διαρκούς προσδοκίας για «κάτι καλύτερο» που συνεχώς αναβάλλεται».
Η «Μόσχα» της Ειρήνης Λαμπρινοπούλου είναι το Αργοστόλι, όπου και το πατρικό τους σπίτι που θέλουν να πουληθεί.
Στη σύγχρονη εκδοχή τους, οι τρεις αδελφές διατηρούν τον πυρήνα των τσεχοφικών ηρωίδων, αλλά αποκτούν μια σαφώς σύγχρονη ταυτότητα.
Η Όλγα (Υψιπύλη Σοφιά), παραμένει δασκάλα, μια φιγούρα υπεύθυνη, που κουβαλά το βάρος της οικογένειας ήδη από την παιδική της ηλικία. Η απώλεια της εγκυμοσύνης της λειτουργεί ως ένα ακόμα τραύμα που έρχεται να προστεθεί σε μια ζωή καθήκοντος και ματαίωσης, ενώ οι αναφορές στο σώμα της μέσα από ηχητικά ντοκουμέντα του πατέρα αναδεικνύουν ένα υπόγειο, διαρκές βίωμα υποτίμησης.
Η Μαρία (Μαριαλένα Ηλία), αντίθετα, εμφανίζεται ως η πιο παθιασμένη και ατίθαση από τις τρεις. Ζει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, εργάζεται σε μια δουλειά που δεν την εκφράζει και εκκινεί από μια θέση έντονου θυμού απέναντι σε όλα. Σταδιακά, όμως, η ένταση αυτή μειώνεται και δίνει τη θέση της σε μια πιο ήρεμη, σχεδόν συμφιλιωμένη στάση απέναντι στην πραγματικότητα.
Η Ειρήνη (Δανάη – Αρσενία Φιλίδου), η μικρότερη, λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος της οικογένειας, εκείνη που επιθυμεί περισσότερο από όλες την επιστροφή σε μια χαμένη ενότητα. Με όνειρο να γίνει σκηνοθέτις μετακινείται σε μεγαλούπολη, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, όμως, όπως και στον κόσμο του Άντον Τσέχωφ, τα όνειρα αυτά σταδιακά διαψεύδονται. Η πορεία της αποτυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο τη διάψευση μιας γενιάς που πίστεψε ότι μπορεί να ξεκινήσει από την αρχή, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με τα όρια της πραγματικότητας.
Και οι τρείς νεαρές ηθοποιοί, αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο τα εκφραστικά τους μέσα, ακολουθούν πιστά τις σκηνοθετικές οδηγίες, σαφώς αυτοσχεδιάζουν, και έχουν μια απίστευτη χημεία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να κερδίζουν το θερμό χειροκρότημα του κοινού.
Το λιτό σκηνικό του Βασίλη Αποστολάτου εξυπηρετεί τις ανάγκες της δραματοποίησης, όπως και τα σύγχρονα κοστούμια της Ουρανίας Φραγγέα, ενώ η πρωτότυπη μουσική είναι του Δημήτρη Λώλη. Η πρωτότυπη μουσική σε μια θεατρική παράσταση δεν είναι απλώς ένα «χαλί» που γεμίζει τη σιωπή, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που αλληλεπιδρά με το κείμενο, τους ηθοποιούς και το κοινό. Είναι, ουσιαστικά, ένας επιπλέον χαρακτήρας επί σκηνής.
Υπάρχουν πολλές ιστορίες σ’ αυτή τη διασκευή, εκείνο όμως που κυριαρχεί είναι η πλήξη, η στασιμότητα, η αποπνικτική ατμόσφαιρα της επαρχίας, η απογοήτευση.
Οι ελπίδες αποδεικνύονται φρούδες, τα όνειρα βγαίνουν πλάνες, όπως και το όνειρο της αντιμετώπισης όλων αυτών με την επιστροφή στη γενέθλια πόλη, εκεί όπου υπάρχει ζωή, κοσμική κίνηση, πολιτισμός, διασκέδαση, πιθανότητες για μια καλύτερη τύχη.
Το κυριότερο όμως, όσο και βασικό θέμα του έργου, είναι το να περιμένεις κάτι που δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί (πρόδρομος του «Περιμένοντας τον Godot»).
«Ίσως και να φταις εσύ γιατί σου λείπει η τόλμη που θα σου επέτρεπε να σχίσεις τη θολή γραμμή των οριζόντων, τώρα όμως που τη ζωή σου χάλασες στην κόχη εκείνη τη μικρή, σε όλη τη γη τη χάλασες», όπως έλεγε και ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής.
Η παράσταση «Τρεις Αδερφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» παρουσιάστηκε υπό την αιγίδα του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα Ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού, στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στην Κεφαλονιά, αφήνοντας εξαιρετικές εντυπώσεις στο κοινό.
Συντελεστές
Κείμενο: Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου
Σκηνοθεσία: Ειρήνη Λαμπρινοπούλου
Σκηνικό: Βασίλης Αποστολάτος
Φωτισμοί: Βασίλης Αποστολάτος, Σωτήρης Ρουμελιώτης
Κοστούμια: Ουρανία Φραγγέα
Πρωτότυπη μουσική: Δημήτρης Λώλης
Επιμέλεια Κίνησης: Θωμαΐς Σταυριανού-Ζυμαρίτου
Σύμβουλος Δραματουργίας: Εύα Φρακτοπούλου
Συνεργάτρια Σκηνοθέτρια: Άννα Φιλίδου
Φωτογραφίες: Αναστασία Γιαννάκη
Trailer: Άννα Φιλίδου
Γραφιστικά: Βάγια Κεκέ
Παραγωγή: ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ GRASSHOPER
Ερμηνεύουν: Μαριαλένα Ηλία, Υψιπύλη Σοφιά, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου
Ακούγονται οι φωνές των: Γιάννη Κόραβου, Βασίλη Καραμπούλα
Διάρκεια: 85′
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ




