Γιάννη Παλαμιώτη: «Θεατροπληξία»
Του Παύλου Λεμοντζή
Κυκλοφόρησε από την Κάπα Εκδοτική ένα βιβλίο του λεξιλάγνου, επομένως και λεξιπλάστη Θεσσαλονικέα συγγραφέα και φέροντα στη σκευή του και την ιδιότητα του ηθοποιού, Γιάννη Παλαμιώτη, με τίτλο «Θεατροπληξία», που στοχοποιεί την υποκριτική Τέχνη και τους υπηρέτες της στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο.
Πιθανώς, να φαντάζει θέμα για περιορισμένο αναγνωστικό κοινό, αλλά πιστέψτε με, αφορά μια ευρεία γκάμα πολιτών που αγαπούν τις Τέχνες, που αγνοούν αρκετές παραμέτρους από τη σύνθεσή τους και που αρέσκονται να ταξιδεύουν σε αχαρτογράφητα νερά, όπου η τρικυμία εναλλάσσεται με τη νηνεμία.
Το σπουδαίο πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η γραφή που αποτυπώνεται στο χαρτί, από έναν σπάνιας ικανότητας χειριστή της, ο οποίος βούτηξε στον θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας, ανέσυρε στο φως όλα τα καλολογικά στοιχεία της, πλημμύρισε τις αράδες με εκπληκτικής ομορφιάς μεταφορές, παρομοιώσεις, επίθετα, επιρρήματα, απαρέμφατα , σύνθετες λέξεις δικής του επινόησης και τα έστρωσε με έναν ζηλευτό, προκλητικό, αυθάδη, αλλά έντιμο Παρατατικό Χρόνο, ώστε ο αναγνώστης αλυσοδένεται ετσιθελικά με τις σελίδες της «Θεατροπληξίας» και ταξιδεύει σε μια άλλη «Οδύσσεια», με Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, με Συμπληγάδες Πέτρες και προκλητικές Νύμφες, χωρίς ποτέ να βρει ο δημιουργός της την «Ιθάκη» του. Αλλά, όπως μάθαμε, το ταξίδι μετράει. Το δικό του και, εξ αντανακλάσεως, του αναγνώστη.
Βασικά συστατικά αυτού του έντυπου ντοκιμαντέρ είναι η τόλμη και η αλήθεια με τα μάτια του συγγραφέα. Η τόλμη να λες την αλήθεια χωρίς να φοβάσαι τις συνέπειες είναι μια στάση ζωής που συνδέεται άμεσα με την ακεραιότητα, την αυθεντικότητα και την προσωπική ελευθερία. Αν και θεωρείται ριψοκίνδυνη, η απόλυτη ειλικρίνεια λειτουργεί ως εργαλείο ενδυνάμωσης και βαθιάς αυτογνωσίας.
Ασφαλώς και θα αμφισβητηθούν οι προθέσεις του Γιάννη Παλαμιώτη, αλλά «ο έχων τη μύγα μυγιάζεται» αφενός, κι αφετέρου, η γοητεία που ασκεί η αμφισβήτηση ενός έργου οποιασδήποτε μορφής τέχνης, λειτουργεί υπέρ του. Εξακριβωμένο.
Στο εισαγωγικό του σημείωμα, ο αναγνώστης θα «κοινωνήσει» ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, σαν αυτά που διάσημες πένες κατέγραψαν την πραγματικότητα με τη διεισδυτική ματιά ενός παρατηρητή, όπως ο Τρούμαν Καπότε στο «Εν Ψυχρώ» ή ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες στο « Η αφήγηση ενός ναυαγού», χωρίς υπερβολή.
Ο Γιάννης Παλαμιώτης τολμά και καταθέτει «σπονδές» στην κομπορρημοσύνη, την κάθε είδους οίηση είτε αφορά πρόσωπο είτε συλλογικότητα, δηλαδή θιάσους. Τολμά και ξηλώνει «ταπετσαρίες» αμφιβόλου ή ευτελούς ποιότητας που έντυσε κάποιες παραστάσεις του ο κρατικός φορέας του Βορρά, και όχι μόνο αυτός. Παράλληλα, αποτίνει φόρο τιμής σε σημαντικούς θεατρανθρώπους της Θεσσαλονίκης , ενώ αυτοκατακρίνεται, όταν παραθέτει σημαντικό μερίδιο από τη δική του πορεία στο σανίδι, την κάθε άλλο, παρά λαμπερή.
Όντας επαγγελματίας άνθρωπος του Παρασκήνιου, εφόσον εργάστηκε επί μακρόν ως οδηγός σκηνής και φροντιστής στο ΚΘΒΕ, έβλεπε τις προετοιμασίες κάθε παράστασης, αφουγκραζόταν τις αγωνίες των ηθοποιών, συμμεριζόταν καταστάσεις που βίωναν όπως: άγχος, ανησυχία, αδημονία, δυσφροσύνη, απελπισία, φόβο, ψυχοφθόρα αναμονή, ψυχική πίεση και οδύνη, τρελό καρδιοχτύπι και σε μεγάλο μέρος του βιβλίου τεκμηρίωσης και όχι μυθοπλασίας, στεφανώνει τους εργάτες του θέατρου, όπως το δικαιούνται, με τα ρόδα που τους πρέπουν.
Από την άλλη, δε διατάζει να καταφέρει ισχυρό ράπισμα στον ωχαδερφισμό που δέρνει τεχνικούς και ηθοποιούς, συντελεστές κάθε είδους, περιγράφοντας τις παθογένειες του συγκεκριμένου εργασιακού χώρου. Η παρουσία «κηφήνων» ή ανεύθυνων επαγγελματιών στο θέατρο δημιουργεί μια αλυσιδωτή αντίδραση προβλημάτων: η αδικαιολόγητη απουσία συντελεστή μιας παράστασης, δεν κλέβει απλώς χρόνο από την παραγωγή, αλλά προσβάλλει τους συναδέρφους του, το έργο και ειδικά στον τομέα των τεχνικών, η ανευθυνότητα δεν είναι απλώς εκνευριστική, είναι επικίνδυνη.
Ο αναγνώστης εκπλήσσεται, απορεί, εξίσταται, αλλά μαθαίνει ότι το θέατρο απαιτεί στρατιωτική πειθαρχία για να παραχθεί το «μαγικό» αποτέλεσμα. Όταν κάποιος λειτουργεί ως παράσιτο, η «μηχανή» χωλαίνει, οι ευσυνείδητοι σηκώνουν το βάρος της απουσίας και το αποτέλεσμα περνάει στην πλατεία. Οι επικρίσεις, αναπόφευκτες.
Ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο είναι αυτό που απεικονίζει τις συμπεριφορές κάτοχων διευθυντικών θέσεων. Η διάβρωση χαρακτήρων από την άσκηση εξουσίας είναι θέμα που απασχολεί χρόνια τα στελέχη του κρατικού φορέα πολιτισμού του Βορρά.
Το “Ενός Ανδρός Αρχή”, με τις ευλογίες του Κράτους, είναι μάστιγα, καθώς το θέατρο είναι χώρος όπου η διοικητική ιεραρχία συναντά την καλλιτεχνική ευαισθησία. Όταν αυτή η ισορροπία χαθεί, η εξουσία μπορεί να γίνει από δημιουργική δύναμη, καταπιεστικός μηχανισμός.
Συχνά, η ιδιότητα του «οραματιστή» ή του «μεγάλου καλλιτέχνη» χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού για αυταρχικές συμπεριφορές. Όταν δεν υπάρχουν ελεγκτικοί μηχανισμοί, η εξουσία αυτή μπορεί να μετατραπεί σε ευνοιοκρατία, οπότε η επιλογή συνεργατών γίνεται με βάση την «υποταγή» ή τις προσωπικές σχέσεις και όχι το ταλέντο ή την επαγγελματική επάρκεια. Και, επί της ουσίας, σε μια τέτοια περίπτωση δε διακυβεύεται η προβολή ενός επαγγελματία ηθοποιού σε μια- έτσι κι αλλιώς- θνησιγενή παράσταση, αλλά ο βιοπορισμός του. Σε έναν χώρο με υψηλή ανεργία, η απειλή της μη ανανέωσης μιας σύμβασης είναι το ισχυρότερο όπλο ενός διευθυντή, που τον καθιστά « Padre padrone».
Γλαφυρά παραθέτει ο συγγραφέας παραδείγματα αυτής της μορφής άσκησης καθηκόντων Διευθυντών και, βεβαίως, φωτογραφίζει αρκετούς. Ο αναγνώστης με ευρύτητα πνεύματος αντιλαμβάνεται ότι αυτές οι αναφορές δε στοιχειοθετούν εσκεμμένη μομφή ούτε εκδικητικό όψιμο μένος, που του επιτρέπει η ελευθερία του λόγου. Ένας άνθρωπος με τεράστια εμπειρία στον χώρο του θέατρου, με τα μάτια και τα αυτιά ανοικτά στα χρόνια της εργασίας του, μπορεί να στηλιτεύσει τα κακώς κείμενα που συνέλεξε κι αποθήκευσε στη μνήμη και στην ψυχή του, όσο και να επαινέσει τους άξιους επιδοκιμασίας και στήριξης.
Η «Θεατροπληξία» είναι βιβλίο τεκμηρίωσης γραμμένο με γνώση και με σαγηνευτική γλώσσα. Τέτοιες εκδόσεις συχνά παρεξηγούνται ως μια δραστηριότητα με πρόθεση κακόβουλη ή ως κάτι αποκλειστικά στεγνό και πληροφοριακό. Στην πραγματικότητα, όμως, προσφέρει εμπειρίες που η μυθοπλασία —παρά τη μαγεία της— δεν μπορεί να ανταγωνιστεί.
Υπάρχει μια ιδιαίτερη απόλαυση στο να βυθίζεσαι σε ένα θέμα που δεν ήξερες καν ότι σε ενδιαφέρει. Η τεκμηρίωση σού επιτρέπει να γίνεις, έστω και για λίγο, κοινωνός της γνώσης ενός ειδικού που αφιέρωσε χρόνια στην έρευνά του.
Ο Γιάννης Παλαμιώτης γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Ασχολήθηκε κυρίως με το θέατρο, υπήρξε και ραδιοφωνικός παραγωγός, ενώ εργάστηκε ως οδηγός σκηνής στο ΚΘΒΕ. Κείμενά του έχουν φιλοξενηθεί σε διάφορα περιοδικά. Έχει δημοσιεύσει το μυθιστόρημα “Οι φίλοι ή Παραχάραξη ηθικής” (Εξάντας,1984/Πολύχρωμος Πλανήτης, 2010), τη νουβέλα “Μητροκτονία” (Μπιλιέτο, 1996/ Τύρφη, 2018) το “Από το πάρκο στο κενό” (Πολύχρωμος Πλανήτης, 2008), ΤΑ ΣΑ ΕΚ ΤΩΝ ΣΩΝ (Τύρφη, 2015) Έπαιξε στις παραστάσεις ‘Travestie’s’, ‘Σκοτεινά εγκλήματα’, ‘πολυΜπέκετ’, ‘’Εντα Γκάμπλερ’ (Ρ. Πατεράκη), ‘Εφεύρεση του Μορέλ’ (Ν. Διαμαντής), ‘Στρίντμπεργκ- Στρίντμπεργκ’ (Μ. Μαρμαρινός) και στις παραστάσεις της Πειραματικής Σκηνής της ”Τέχνης” (‘Νόρα’, ‘Οδύσσεια’, ‘Το μεγάλο ταξίδι’, ‘Το τέλος των Ατρειδών’), καθώς και στην κινηματογραφική ταινία «Μετέωρο και Σκιά» του Τάκη Σπετσιώτη.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ




