Πολιτισμός

«Ειρήνη – Μια επίσκεψη στο έργο του Αριστοφάνη» Των Φοίβου Δεληβοριά -Νίκου Καραθάνου στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων!

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Από τις τόσες φορές που ανέβηκε το έργο και πλούτισε το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Φιλίππων, ήδη, ξέρουμε ότι ο αμπελουργός Τρυγαίος είναι ο απλός και τίμιος αγρότης που δεν αντέχει άλλο τις συμφορές απ’ τον πόλεμο κι αποφασίζει ν’ ανέβει στον ουρανό καβάλα σ’ ένα σκαθάρι αναθρεμμένο από τον ίδιο, γι’ αυτόν τον σκοπό. 

Στόχος του να τα «ψάλλει» στον Δία και να ζητήσει ειρήνη για το καλό των Ελλήνων. Όταν φτάνει εκεί, μαθαίνει από τον Ερμή ότι οι θεοί έχουν αποτραβηχτεί στο πιο ψηλό σημείο του, αγανακτισμένοι από τις διαρκείς εχθροπραξίες των αντιπάλων.

Στη θέση τους έχει μείνει ο θεός Πόλεμος, ο οποίος έθαψε την Ειρήνη σε σπηλιά και ετοιμάζεται να βάλει όλες τις πόλεις σ’ ένα γουδί για να τις καταστρέψει.

Ο Τρυγαίος καλεί τους απλούς πολίτες να μετακινήσουν τον βράχο που φράζει τη σπηλιά και να ελευθερώσουν την Ειρήνη. Η προσπάθεια στέφεται με επιτυχία την τρίτη φορά. Η Ειρήνη ξεπροβάλλει συνοδευόμενη από δύο ωραίες κόρες, τη θεά των καρπών, την Οπώρα, και τη θεά των επίσημων τελετών και εορτών, τη Θεωρία. Το υπόλοιπο της κωμωδίας είναι ένας ύμνος στην ειρήνη. Κυριαρχεί η χαρά της ζωής και η δημιουργία. Μετά το θρίαμβο και μέσα στη γενική ευθυμία, βρίσκει ο Αριστοφάνης την ευκαιρία να γελοιοποιήσει τους πολεμοκάπηλους και τους εμπόρους των όπλων.

Ο Αριστοφάνης έγραψε το αντιπολεμικό του έργο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών που κατέληξαν στην ειρήνη του Νικία, με την οποία οι λαοί των δύο αντιπάλων έλπιζαν ότι θα λήξει ο Πελοποννησιακός πόλεμος.

Το σκαθάρι που εκτρέφει ο Τρυγαίος – εξόφθαλμη σάτιρα του Αριστοφάνη σε τραγωδίες του Ευριπίδη, όπως ο Βελλεροφόντης, όπου ο πρωταγωνιστής καβαλάει τον Πήγασο για να φτάσει στους ουρανούς – λειτουργεί ως σύμβολο των δεινών που συμβαίνουν στη χώρα, δίνει την αφορμή στον Φοίβο Δεληβοριά να γράψει ένα εναρκτήριο λιμπρέτο και χαριτωμένα τραγούδια.

Ο Νίκος Καραθάνος, ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο Άγγελος Τριανταφύλλου είναι οι βασικοί συνένοχοι μιας νέας πρότασης, μιας νέας διασκευής της «Ειρήνης», που έφτασε και στο δικό μας φεστιβάλ, για να παραδώσουν στο κοινό μια παράσταση – πανηγύρι, πληθωρική, κωμική, τσιρκολαγνική οπωσδήποτε, αλλά και πολιτική: μια απάντηση στην τρέλα του πολέμου με τη ζωτική δύναμη της μουσικής, της συλλογικότητας και της λαϊκής γιορτής.

Η Ειρήνη παρουσιάστηκε στα Μεγάλα Διονύσια, αποσπώντας το δεύτερο βραβείο, το 421 π.Χ., λίγες μόλις ημέρες πριν από τη σύναψη της Νικείου Ειρήνης, που συνοδευόταν από ελπίδες για το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Αυτή ακριβώς η εύθραυστη, όπως αποδείχθηκε, ισορροπία μεταξύ του πολέμου και της ειρήνης, το ηρακλείτειο ρητό «Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί» και το ακανθώδες ερώτημα κατά πόσο η ειρήνη είναι συνώνυμο της ευτυχίας και της αρετής, εμπνέουν τους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Η αλήθεια είναι ότι αν κανείς ψηλαφίσει το «καρδιογράφημα» των φετινών εκδηλώσεων σε πιάτσες και αρχαία θέατρα, μέχρι αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, με αυτή την «Ειρήνη» νιώθει μια μικρή τόνωση των γραμμών προς τα πάνω, χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτε περισσότερο από μία εμπεριστατωμένη ανάγνωση, που αγγίζει το κέντρο βάρους του κειμένου και διανθίζει το αριστοφανικό γέλιο επί σκηνής.

 Έτσι, ο σκηνοθέτης και ο διασκευαστής – κειμενογράφος, μέτρησαν τη δοσολογία της αριστοφανικής αρμονίας με το δικό τους μέτρο και έφερναν απαλλαγμένο από τη ναφθαλίνη τον ποιητή στους θεατές, κερδίζοντας την ετικέτα «ανακατωσούρα στην Αττική Κωμωδία», με υπότιτλο: «αντέχουμε και πλάι στον γερμανικό εξπρεσιονισμό».

 Εξάλλου, σ’ αυτή τη νέα ανάγνωση η «Ειρήνη» είναι μια γιορτή ενός αγροτικού κόσμου που χάθηκε, ένα κωμικό, ακατανίκητο επιχείρημα, ένα πανηγύρι του λαϊκού ανθρώπου με υλικό τους ίδιους τους γόους και θρήνους του πολέμου, ως ένα αστραφτερό βεγγαλικό που σκάει μέσα στη φρίκη.

Ο Αριστοφάνης, για να δικαιώσουμε κάπως τους συντελεστές αυτής της παράστασης – τουρλουμπούκι, πήρε στην «Ειρήνη» του τον άσημο άνθρωπο της καθημερινότητας και τον ανακήρυξε σωτήρα. Έναν αγρότη, έναν άνθρωπο της αυλής και του χωραφιού, κάποιον χωρίς εξουσία ή κύρος, που αποφασίζει να κάνει αυτό που οι θεοί και οι πολιτικοί δεν μπορούν. Αυτή η πίστη στον απλό και «ασήμαντο» άνθρωπο, βρίσκεται στον πυρήνα της παράστασης.

Όμως, πρώτα και πάνω απ’ όλα, η αριστοφάνεια φόρμα τηρήθηκε στη διασκευή, όπου ο γάργαρος λόγος του Δεληβοριά εμψυχώνει στη Νέα Ελληνική Γλώσσα το αριστοφάνειο ήθος, εμπλουτίζοντάς το με τα κοιτάσματα της απλής και άμεσης λαϊκής επικοινωνίας πού σαϊτεύει κατάστηθα το κοινό.

Η διασκευή του Φοίβου Δεληβοριά κρατά το βασικό κίνητρο του έργου, αλλά δεν αρκείται σε μια σύγχρονη απόδοση της γλώσσας του. Απλώνει το αριστοφανικό υλικό, το εμπλουτίζει με νέα πρόσωπα, μετατοπίζει τις ισορροπίες του και μετατρέπει τον Πελοποννησιακό Πόλεμο σε εικόνα κάθε πολέμου.

Πρόκειται για μία ενδιαφέρουσα σκηνοθετική επιλογή. Ο σκηνοθέτης προσεγγίζει τον Αριστοφάνη με τα εργαλεία τού ποιητή. Διατυπώνει σκηνικά τον ποιητικό λόγο μέσα από έναν «συμβολικό» ρεαλισμό, μεγεθύνοντας το αριστοφανικό πακέτο των σκηνικών αντικειμένων και των κωμικών χαρακτήρων, ώστε η ρεαλιστική υπεροχή να εφευρίσκει την καρικατούρα και να θέτει τους μηχανισμούς της κωμωδίας σε δράση.

Ο Νίκος Καραθάνος παίζει με τα σκηνικά αντικείμενα που του παρέχει η σάτιρα του Αριστοφάνη και τα φέρνει επί σκηνής η Εύα Μανιδάκη, ζωγραφίζοντας το κείμενο με τα ίδια τα στοιχεία του, χωρίς όμως να βαραίνει τον λόγο απ’ αυτό το ρεαλιστικό υπόβαθρο.

Ο «Πόλεμος» που προσωποποιείται και παρωδείται από τον Αριστοφάνη, με αυτό το δεδομένο της μεγέθυνσης και της καρικατούρας, πιστοποιεί σκηνικά τον έξαλλο παραλογισμό της πολεμικής σύρραξης, φωνάζοντας: «Προσοχή στον Γορίλα!, που είναι ο άγριος «Πόλεμος», αυτός που βρυχάται και απειλεί, όπως μια ισχυρή δύναμη, πριν από κάθε πολιτική εξήγηση και κάθε ιδεολογικό άλλοθι. Πες, ένας Τραμπ, ένας Πούτιν, ένας Νετανιάχου, για να έρθεις στο σήμερα.

Μια έξαλλη, αλλά ευφάνταστη ανατροπή είναι ότι ο Τρυγαίος που γίνεται Τρυγαία, με την απολαυστική Γαλήνη Χατζηπασχάλη στον σπαρταριστό ρόλο.
Η ηρωίδα είναι αγρότισσα, χήρα, μητέρα και εργαζόμενη. Δεν παρακολουθεί τον πόλεμο από απόσταση. Τον πληρώνει με το κατεστραμμένο αμπέλι της, τον κλειστό πάγκο στη λαϊκή, την πείνα των παιδιών της και τον θάνατο του συζύγου της. Η ειρήνη, επομένως, δεν είναι για εκείνη αφηρημένη πολιτική έννοια. Είναι η δυνατότητα να ξαναλειτουργήσει η καθημερινότητα, να τραφεί μια οικογένεια και να συνεχιστεί η ζωή.

Μπορείτε να διακρίνετε την απόσταση 2.500 χρόνια μετά; Μα, δεν υπάρχει. Αυτό φωνάζει η παράσταση. Ότι οι γυναίκες στο έργο: Τρυγαία, Αθηνά, Ειρήνη και Οπώρα δεν είναι απλώς θηλυκές παρουσίες μέσα σε έναν ανδρικό μύθο. Γίνονται το εργαλείο για τη μεταφορά του αριστοφανικού κόσμου από το τότε στο τώρα.

Οπότε, αυτή η θεόμουρλη, αλλά υπέροχη Τρυγαία της Γαλήνης Χατζηπασχάλη, μπορεί εύκολα κι ελεύθερα να βρίζει, να φωνάζει, να μαλώνει με τα παιδιά της, όπως η μάνα σε μια σύγχρονη «Οικογένεια Χωραφά» -γιατί όχι και σ’ ένα «Σπιρτόκουτο- ακόμα, το γεγονός ότι τα παιδιά της τής προσάπτουν μια διαρκή απουσία, ότι δε θυμάται τα ονόματά τους. Επίσης, μπορεί να αντιμετωπίζει τους θεούς σαν ιδιότροπους γείτονες, αλλά μπορεί να παραμένει μια αστή εξαντλημένη από τη ζωή και αποφασισμένη να κάνει το αδιανόητο, επειδή δε βλέπει άλλη επιλογή.

Ευρηματική και απολαυστική η σεκάνς με την σπαρταριστή συνομιλία Τρυγαίας – Λυσιστράτης. Οι δύο αριστοφανικές καπάτσες γυναίκες, εμφανίζονται σαν να ζουν στον ίδιο χρόνο και ανταγωνίζονται για το ποια θα καταφέρει να φέρει πρώτη την ειρήνη. Η μία προτείνει τη σεξουαλική αποχή σε μια κορακίστικη διάλεκτο, η άλλη την πτήση προς τον Όλυμπο. Τρελό γέλιο.

Τα έργα επικοινωνούν μεταξύ τους και η αρχαιότητα παίρνει άλλες διαστάσεις. Συμβαίνει εδώ και τώρα, με άθλια τηλεφωνική σύνδεση, με λαϊκές αγορές και καθημερινές βωμολοχίες και το σκαθάρι του Αριστοφάνη διατηρείται, αλλά μετατρέπεται σε 4Χ4, σε σακαράκα και σε αυτοσχέδιο διαστημόπλοιο.

Στο μεταξύ, η μετάλλαξη του Θεού Ερμή σε Θεά Αθηνά λειτουργεί καταλυτικά. Η πολιούχος της Αθήνας έχει σαφώς ισχυρότερη σχέση με την πόλη, την ευθύνη της και την εγκατάλειψή της από τους θεούς.

Η καταπληκτική Έμιλυ Κολιανδρή την υποδύεται απολαυστικότατα , σαν μια θεότητα που θέλει να διατηρήσει το κύρος της, ενώ γύρω της έχει ήδη διαλυθεί ο κόσμος που το συντηρούσε. Είναι για τα προσχήματα αυστηρή, υπερ- κωμική, νευρική, συχνά αμήχανη και, ταυτόχρονα, βαθιά απογοητευμένη. Μοιάζει με ήρωα καρτούν, όπως και η Τρυγαία.

Κανένας ηθοποιός από τον τσιρκο-θίασο δεν υστερεί, υπηρετούν όλοι με ακρίβεια και θαυμαστή υπόκριση τους χαρακτήρες που τους ανέθεσε η διανομή.

Ο Θανάσης Αλευράς, όπως πάντα, σαρώνει την ορχήστρα με την ενέργειά του σε όλους τους ρόλους που αναλαμβάνει και η γλυκύτατη Ζέτα Μακρυπούλια είναι ένα στολίδι λαμπερό, ένα απόλυτο δείγμα παγκόσμιας γυναικείας ομορφιάς και, ως «Ειρήνη», μετρημένη και ισορροπημένη ανάμεσα στη λαχτάρα των ανθρώπων να την κερδίσουν και στην αμηχανία που γεννά η ασυλόγιστη συμπεριφορά.

Ανατρεπτικό και το φινάλε. Στο πρωτότυπο, ο Τρυγαίος επιστρέφει στη γη και η κωμωδία οδηγείται στη γιορτή, στην καρποφορία και στον γάμο με την Οπώρα. Στη διασκευή, όμως, ο δρόμος της επιστροφής περνά μέσα από τη χώρα των νεκρών.

Η επιλογή αυτή είναι Καραθάνειος ιδέα. Διότι, κύριε, δεν μπορείς να φέρεις την «Ειρήνη» πίσω, σαν να μη συνέβη τίποτα. Δεν μπορείς να επιστρέψεις στη ζωή, χωρίς να περπατήσεις ανάμεσα από όσους χάθηκαν.

Και τότε επεμβαίνει η φωνή του Βασίλη Παπαβασιλείου. Πιθανώς, να είναι η συγκινητικότερη στιγμή της παράστασης, επειδή ενσωματώνεται πειστικά σ’ έναν κόσμο, όπου οι νεκροί συνεχίζουν να μιλούν. Η φωνή του ζητά από τον θάνατο να είχε καθυστερήσει μία ημέρα, ώστε να προλάβει να δει πώς είναι ο κόσμος χωρίς εκείνον.

Τέλος, ο Χορός είναι κι εδώ ο πρωταγωνιστής της παράστασης. Οι: Γιλμάζ Χουσμέν, Άλκης Μπακογιάννης, Κωνσταντίνος Κοντογεωργόπουλος, Κωνσταντίνος Ζωγράφος, Γιάννης Σαμψαλάκης, Βασίλης Παπαδόπουλος, Σπύρος Μπόσγας και Αντώνης Χρήστου συγκροτούν ένα εξαιρετικό σύνολο, που τραγουδά, κινείται, μιλά και αποτελεί το ίδιο το σώμα της παράστασης. Άλλοτε είναι πλήθος, άλλοτε αγέλη, στρατός, κοπάδι, πομπή, πανηγύρι ή κοινότητα νεκρών και ζωντανών. Όλοι τους εξαιρετικοί.

Η μουσική των Φοίβου Δεληβοριά και Άγγελου Τριανταφύλλου γεννά ήχους που κινούνται ανάμεσα στο λαϊκό τραγούδι, στην καντάδα, στην παρωδία, στον θρήνο και στη συμφωνική μνήμη, χωρίς να χάνει τη συνοχή τους και μπορούν να μετατρέψουν μια ξεκαρδιστική σκηνή σε τελετουργία και ένα συλλογικό τραγούδι σε προσωπική εξομολόγηση.

Η παρουσία της ορχήστρας επί σκηνής ενισχύει την αίσθηση ότι η μουσική γεννιέται εκείνη τη στιγμή, μαζί με την παράσταση. Οι: Ανδρέας Πολυζωγόπουλος, Θοδωρής Ρέλλος, Γιόελ Σότο και Γιάννης Αγγελόπουλος (Jan Van de Engel) δε μένουν στο περιθώριο. Ενεργοί κάτοικοι του σκηνικού σύμπαντος, δίνουν παλμό στα σώματα, «συνομιλούν» με τους ηθοποιούς και μετατρέπουν τη σκηνή σε γιορτή και τελετουργία.

Η Εύα Μανιδάκη στρώνει τη σκηνή με όλα τα απαραίτητα για να φανεί η χειμαζόμενη Επαρχία και ο Άγγελος Μέντης ντύνει το εξαιρετικά απολαυστικό ανσάμπλ του Εθνικού Θεάτρου με τα κοστούμια του, που χαρακτηρίζουν ένα λαϊκό πανήγυρι.

Πρόκειται για μια ευφρόσυνη, ευρηματική παράσταση, που κερδίζει εγκώμια και επευφημίες από το διψασμένο για γέλιο, κοινό.

Ταυτότητα παράστασης

Διασκευή – Πρωτότυπο Κείμενο – Τραγούδια: Φοίβος Δεληβοριάς

Σκηνοθεσία – Σύλληψη: Νίκος Καραθάνος

Συνεργασία στη σκηνοθεσία: Άγγελος Τριανταφύλλου

Συνεργάτις δραματουργός: Έρι Κύργια

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη / Κοστούμια: Άγγελος Μέντης

Μουσική: Φοίβος Δεληβοριάς, Άγγελος Τριανταφύλλου

Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου

Κίνηση: Αμάλια Μπένετ / Χορογραφία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος

Σύμβουλος επί του αρχαίου κειμένου: Γιάννης Αστερής

Βοηθοί σκηνοθέτες: Δημήτρης και Ορέστης Σταυρόπουλος

Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Καλοφούτη

Bοηθός β’ σκηνογράφου: Μαρίλια Διάφα

Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα Αναστασία Φτούλη

Βοηθός σκηνοθέτη: Ναυσικά Κίρκη

Μακιγιάζ: Όλγα Φαλέι / Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας

Φωτογραφίες promo: Ελίνα Γιουνανλή

Σε συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.

Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Διανομή: Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Θανάσης Αλευράς, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Πάνος Παπαδόπουλος, Ζέτα Μακρυπούλια, Βάσω Καβαλιεράτου, Φοίβος Δεληβοριάς, Νίκος Καραθάνος, Άγγελος Τριαντάφυλλου, Γιλμάζ Χουσμέν, Άλκης Μπακογιάννης, Κωνσταντίνος Κοντογεωργόπουλος, Κωνσταντίνος Ζωγράφος, Γιάννης Σαμψαλάκης, Βασίλης Παπαδόπουλος, Σπύρος Μπόσγας, Αντώνης Χρήστου

Ορχήστρα επί σκηνής: Ανδρέας Πολυζωγόπουλος, Θοδωρής Ρέλλος, Γιόελ Σότο, Γιάννης Αγγελόπουλος (Jan Van De Engel)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Back to top button