Πολιτισμός

Ελκυστικές οι «Βάκχες» του Ευριπίδη από τον Javor Gardev  στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Στο πέρασμα των χρόνων, λίγο ως πολύ, τις σωζόμενες αρχαιοελληνικές τραγωδίες ο σύγχρονος θεατής μπορεί να τις καταλάβει. Αλλά αυτούς τους «ήρωες» των «Βακχών» του Ευριπίδη, αυτόν τον θεό Διόνυσο που έρχεται να επιβάλει τη λατρεία του, αυτόν το βασιλιά της Θήβας Πενθέα, που αντιτίθεται στη νέα λατρεία και διώκει τον «Προφήτη» και τους οπαδούς της, αυτή τη βασιλομήτορα Αγαύη, που λυσσομανάει με τις άλλες μαινάδες στον Κιθαιρώνα και, εντέλει, κατασπαράζει τον ίδιο της το γιο, τον Πενθέα, αυτά τα αλλόκοτα πρόσωπα μιας ανοίκειας ιστορίας -σε αντίθεση με τα «ανθρώπινα» θέματα των περισσότερων άλλων τραγωδιών- πώς τα αντιμετωπίζει ο σύγχρονος θεατής;

Με απλά λόγια, ποιο είναι το «νόημα» αυτού του μυστήριου έργου, που έβαλε τελεία και παύλα στην αρχαία ελληνική τραγωδία, κλείνοντας τόσο τη ζωή του δημιουργού της, του Ευριπίδη (406 π.Χ.) όσο και τον Χρυσό Αιώνα της ελληνικής αρχαιότητας;

Τι είναι οι «Βάκχες»; Απλώς, δραματική αξιοποίηση ενός μύθου; Ποιητική σύνοψη του βίαιου χρονικού της επέλασης κάθε νέας θρησκείας στην ιστορία της ανθρωπότητας; Φιλοσοφική πραγματεία, εν είδει θεατρικού έργου, πάνω στη σχέση του ανθρώπου με το θείο; Καυστικό σχόλιο ενός αβόλευτου πνεύματος, όπως ο Ευριπίδης, πάνω στις ακραίες τάσεις της εποχής του; Στοχαστική καταβύθιση σε υπαρξιακά, ερωτήματα;

Ναι, στις «Βάκχες» πρέπει να σκάψει κανείς λιγάκι για να νιώσει, να έρθει σε στιγμιαία έστω επαφή με ένα « άλλο ρίγος ». Και πολύ σπάνια τον βοηθάει μια παράσταση. Διότι, απλούστατα, οι «Βάκχες» σπάνε κόκκαλα και πολύ δύσκολα πετυχαίνει μια παράσταση, μαγευτικό αποτέλεσμα.

Να όμως που το φετινό ανέβασμα των «Βακχών» προσφέρει μια ανάγνωση, η οποία όχι μόνο «διαβάζει» με καθαρότητα το έργο, κατορθώνοντας μάλιστα να διασώζει και την ποίησή του, αλλά κοσμείται και με άλλα επιτεύγματα.

Η σκηνοθεσία του Javor Gardev ακολουθώντας ένα «τελετουργικό» ύφος, συνέθεσε σε αρμονικό όλον τους επιμέρους τομείς: ερμηνείες, μουσική, χορογραφία, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμούς.

Αντίθετα από τις περισσότερες αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, οι Βάκχες έχουν για θέμα ένα ιστορικό γεγονός, την εισαγωγή μιας νέας θρησκείας στην Ελλάδα.

 Όταν έγραφε ο Ευριπίδης το έργο στη Μακεδονία, το γεγονός άνηκε πια στο απώτερο παρελθόν και μόνο η θύμησή του επιζούσε, σε μυθική μορφή.

Η νέα θρησκεία είχε από καιρό εγκλιματισθεί και είχε γίνει αποδεκτή σαν μέρος της ελληνικής ζωής. Αλλά έμενε πάντα η έκφραση μιας θρησκευτικής στάσης και η ανάμνηση μιας θρησκευτικής εμπειρίας διαφορετικής από οτιδήποτε ανήκε στη λατρεία των πατροπαράδοτων Ολύμπιων θεών, ενώ οι δυνάμεις που είχαν απελευθερωθεί και ενσαρκωθεί από την αρχική κίνηση, δρούσαν ακόμα με άλλες μορφές στην Αθήνα του Ευριπίδη.

Οι Βάκχες είναι η κατεξοχήν τραγωδία για το συλλογικό ασυνείδητο του διονυσιακού κόσμου. Ο Ευριπίδης ενορχηστρώνει αριστοτεχνικά την έλευση ενός νέου Θεού, ο οποίος διεκδικεί την αποδοχή και την λατρεία σε μια προσπάθεια να συμβιβάσει και να εξισορροπήσει την ζωώδη με την έλλογη φύση του ανθρώπου.

Ο Θεός Διόνυσος, γιος του Δία και της Σεμέλης, επιστρέφει στην γενέτειρά του, την Θήβα, προκειμένου να διδάξει την ιερή βακχεία στην πόλη του. Βρίσκοντας αντίσταση από την Αρχή της πόλης, τον ξάδελφό του Πενθέα, ξεσηκώνει τις γυναίκες της πόλης σε μια ιερή τρέλα, την Βακχεία, προκειμένου να δείξει την δύναμή του.

Ο Πενθέας τον συλλαμβάνει, προσπαθώντας να επιβάλει τη δύναμή του και να φυλακίσει έναν θεό. Ο Θεός όμως έχει ήδη παρακινήσει τις Βάκχες του στον Κιθαιρώνα, όπου μέσα στην ιερή φύση εκείνες κάνουν θαύματα, αποδεχόμενες τη διάσταση της φύσης του ανθρώπου.

Η εκδίκηση του Θεού έρχεται σαν κεραυνός του Δία που είχε κατακάψει την μητέρα του Σεμέλη. Παρασυρμένος από τη δίψα του να μην αποδεχτεί τον θεό, ο Πενθέας μεταμφιεσμένος ανεβαίνει στον Κιθαιρώνα προκειμένου να δει με τα ίδια του τα μάτια το μελωδικό μεθύσι των Βακχών και τα θαύματα που κάνουν.

Εκεί, όμως, τον κατασπαράσσει ζωντανό η ίδια η μητέρα του, Αγαύη, νομίζοντας ότι είναι νεαρό λιοντάρι. Ο Διόνυσος, θριαμβευτής επιβάλλει τη δύναμή του στη Θήβα, η οποία τον λατρεύει σαν θεό και θεραπευτή.

Φέρνοντας για πολλοστή φορά τους συμπολίτες του αντιμέτωπους με τις ανθρώπινες συμπεριφορές που στηλίτευε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Ευριπίδης συνθέτει μια τραγωδία – από τις λίγες που έχουν ως αντικείμενο τον θεό Διόνυσο – για τη σύγκρουση του θεού με τον άνθρωπο, για την ανθρώπινη αρετή και αγριότητα, τη σύνεση και την πλάνη, το λογικό και το άλογο. Για τον Ευριπίδη, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από τα κτηνώδη ένστικτά του, όταν η βαρβαρότητα ξυπνά μέσα του με λύσσα, κάθε κοινωνική συνύπαρξη ακυρώνεται, ακόμα κι αν πρόκειται για τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνίας, τη σχέση μάνας-παιδιού.

Είναι η βία που σημαίνει το τέλος της πόλης-κράτους των Αθηνών. Και καθώς η τραγωδία καταπιάνεται με την ουσία της ανθρώπινης ταυτότητας, πολιτικής ή ατομικής, με το τέλος αυτής της τελευταίας, οι Βάκχες καθίστανται -από πολλές απόψεις- ένα δράμα για τον θάνατο της ίδιας της αρχαίας τραγωδίας.

Οι Βάκχες, έρχονται στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ, με την ειδική συμμετοχή του διεθνούς φήμης βρετανικού συγκροτήματος «The Tiger Lillies» , οι οποίοι όχι μόνον υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής, συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση του έργου.

Σοφή επιλογή. Έχοντας το εκπληκτικό αγγλικό συγκρότημα, με τη διεθνή ακτινοβολία, στη σκεπή της σκηνής να επιβάλλουν τη δική τους θεατρικότητα, δεν υπάρχει ανάγκη για άλλες, δεύτερης επιλογής συμπληρωματικές θεατρικότητες. Η μουσική δημιουργεί το τοπίο μέσα στην παράσταση, μας και ο λόγος χτίζει πνευματικές εικόνες που θα το κατοικήσουν.

Ο θίασος του Διόνυσου παραμένει κυρίαρχος στη σκηνή και τα μέλη του κρατούν με πίστη τον θύρσο της μαρτυρίας του.

Ο ίδιος ο Χορός, που με τη χορογραφία της Uršula Teržan αποκαλύπτει ένα θεατρικό όργανο εξαιρετικά δουλεμένο, με πειθαρχία, εσωτερικό ρυθμό και έντονη σωματικότητα, αποκαλύπτει επίσης κι έναν συλλογικό οργανισμό που αναπνέει με ελευθερία στον χώρο, έχει μεν διονυσιακά στοιχεία, αλλά εκπέμπει και μια εσωτερική, στατική ενέργεια.

Η παράσταση δεν περιορίστηκε στην ορχήστρα ούτε αντιμετώπισε το φυσικό τοπίο ως ένα όμορφο σκηνικό. Αντίθετα, αξιοποίησε κάθε στοιχείο του χώρου, μετατρέποντας το αρχαίο θέατρο των Φιλίππων σε τόπο, όπου ο μύθος φαινόταν να επιστρέφει στη φυσική του κατοικία και αυτή η επιλογή της κίνησης των Βακχών δίπλα στο κοινό, στις σκάλες και στα διαζώματα, μεταφέρει την ατμόσφαιρα των μαινάδων στο κοίλο, ενώ εντάσσονται στο ίδιο αισθητικό σύμπαν, καθώς συνομιλούν οργανικά τόσο με τον βακχισμό όσο και με το σκοτεινό καμπαρέ των Tiger Lillies.

Τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη είναι εκθαμβωτικά, καθώς δίνουν μια αλλόκοτη μορφή στις Βάκχες, κάτι ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο ζωώδες.

Και οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου αποτελούν ένα από τα πιο ουσιαστικά εργαλεία της σκηνοθεσίας. Οι απότομες μεταβάσεις από τις θερμές στις ψυχρές τονικότητες, από το κίτρινο στο βαθύ κόκκινο, σηματοδοτούν τις συνεχείς μεταπτώσεις του έργου από τη γοητεία στην απειλή, από τη μέθη στη βία, από την απολλώνια διαύγεια στη διονυσιακή έκσταση.

Αδιευκρίνιστη παραμένει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης η πρόθεση ανάδειξης της τραγικότητας στην πρόταση του Βούλγαρου σκηνοθέτη Javor Cardev (οι μεταμορφώσεις περιορίζονται σε ένα κλουβί που αλλάζει τα πρόσωπα που φιλοξενεί) και, εγκαταλείποντας την κανονικότητά μιας κλασσικής παράστασης, μένουμε στο θέαμα ενός μιούζικαλ, ενός σόου -υψηλών- προδιαγραφών.

Σ’ αυτή τη φιλοσοφία τον κύριο λόγο έχουν οι The Tiger Lillies, που χτίζουν το προφίλ του εγχειρήματος με τις προδιαγραφές δρώμενου σε καμπαρέ, σε τσίρκο, σε περφόρμανς με ήρωες-μαριονέτες ή θύτες και θηράματα. Δρουν σε ένα σκηνικό με κάγκελα, σε μια «μάχη» -προφανώς- με τη μοίρα, προσπαθώντας να την ανατρέψουν. Παράδειγμα, η εικόνα του «εγκλωβισμένου» Πενθέα στο κλουβί -εκεί που λίγο πριν είχε οδηγηθεί ο Διόνυσος- και οι ορεγόμενες Βάκχες που τον καρτερούν.

Στη συνθήκη αυτή ο Διόνυσος (Leonid Yovchev) καταφτάνει, για να συντονίσει την εξέλιξη από τις κερκίδες, αγέρωχος, επιβλητικός, εκθαμβωτικός. Και είναι καλός ως καθοδηγητής των Βακχών του, ως φαινομενικό θύμα του Πενθέα αρχικά, ως διαχειριστής του αργότερα, ως θεός που φέρει τη λύση, στο τέλος.

Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι και η εξαιρετική Λουκία Μιχαλοπούλου, ως Αγαύη, που, από στοργική μητέρα γίνεται μανιασμένη δολοφόνος του παιδιού της και στη συνέχεια μεταλλάσσεται σε μια μάνα που θρηνεί για την τραγική απώλειά του.

Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά – πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών – εθών, των νόμων και της αυτοεικόνας μας.

Τον ρόλο του θεού Διόνυσου ερμηνεύει ο Βούλγαρος ηθοποιός Λεονίντ Γιόβτσεφ, ένας από τους πιο χαρισματικούς και τολμηρούς πρωταγωνιστές της γενιάς του, γνωστός για τις καθηλωτικές του ερμηνείες και συχνά αποκαλούμενος ως το «enfant terrible» του βουλγαρικού θεάτρου.

Τον ρόλο του Κάδμου ενσαρκώνει ο πολύ καλός Αλέξανδρος Μυλωνάς, με τη θαυμάσια του αγγλική προφορά.

Ο υπερταλαντούχος Μιχάλης Ταμπακάκης είναι ένας συγκλονιστικός Πενθέας και, μάλιστα, στην Αγγλική γλώσσα, ο οποίος από ισχυρός βασιλιάς και γενναίος άνδρας μετατρέπεται σε ευάλωτη προσωπικότητα και καταδικασμένη γυναίκα που καταλήγει θύμα. Η σκηνή με την αναμέτρηση Πενθέα- Διόνυσου, συναρπαστική.

Ο εντυπωσιακός δωδεκαμελής Χορός των Βακχών, που δρουν κυρίως υπό τους ήχους των Tiger Lillies, το πρόσημο είναι θετικότατο, επειδή είναι άριστα συντονισμένες ταλαντούχες γυναίκες, ρυθμικές, που χορεύουν, τραγουδούν -το προσκλητήριο θανάτου (come, come…) εκρηκτικό, σαν κάλεσμα σε λαϊκό πανηγύρι- μπλέκονται με τον ερωτιάρη Διόνυσο αλλά και με το κοινό, θυμίζουν περιφερόμενα ξωτικά, όπως στα παραμύθια και χειροκροτούνται από το κοινό επάξια.

Οι «The Tiger Lillies», υπογράφοντας και εκτελώντας ζωντανά τη μουσική, ενσωματώνονται στη δράση ως σκοτεινοί τροβαδούροι, με τις μορφές τους να αντλούν έμπνευση από το διονυσιακό σύμπαν. Αυτή η συνέργεια μεταξύ των θεατρικών οργανισμών, των ηθοποιών και της ζωντανής μουσικής δημιουργεί ένα αποτέλεσμα που αμφισβητεί τις βεβαιότητες της λογικής. Επί της ουσίας, η παράσταση στήθηκε από αυτούς, για αυτούς και το κοινό απολαμβάνει το σχέδιο.

Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης: «Οι Βάκχες είναι εκείνη η τραγωδία που φτάνει πιο μακριά από κάθε άλλη στο ενδιαφέρον για τις ανορθολογικές παρορμήσεις και την παραφροσύνη. Τόσο μακριά, που αποδεικνύεται επικίνδυνη και ριψοκίνδυνη και για τους θεατές, οι οποίοι καλούνται να έρθουν αντιμέτωποι με τους βαθύτερους και ισχυρότερους φόβους τους».

 Πρόκειται για μια δυνατή, ολοκληρωμένη προσπάθεια όλων των συντελεστών, με προσοχή σε λεπτομέρειες που δείχνουν σεβασμό και μελέτη πάνω στο έργο του Ευριπίδη και, εν γένει, στο αρχαίο θέατρο, όπως η τιμή του Διονύσου πάνω στη «θυμέλη», στον βωμό, στο κέντρο της ορχήστρας. Σκηνοθετικά, ο Γκάρντεφ υπηρέτησε την πρότασή του μέχρι το τέλος.

Πιστεύω ότι το πλήθος που συνέρρευσε στα ανοικτά θέατρα για αυτές τις «Βάκχες» είχε δυνατά κίνητρα. Τους Tiger Lillies, αλλά και τη σύμπραξη δυο κρατικών θεάτρων: του Εθνικού Θέατρου Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και του Κρατικού Θέατρου Βορείου Ελλάδος.

Οι παραστάσεις συνεχίζονται το καλοκαίρι και μέχρι τον Οκτώβριο, σε Ελλάδα, Κύπρο και Βουλγαρία.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Ευριπίδης

Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson

Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι): Θεόδωρος Στεφανόπουλος

Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova

Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Javor Gardev

Σκηνοθεσία: Javor Gardev

Μουσική: Martyn Jaques

Live επί σκηνής: The Tiger Lillies (Martyn Jaques, Adrian Stout, Budi Butenop)

Σκηνικά: Nikola Toromanov

Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Χορογραφία: Ursula Terjan

Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov

Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου

Δραματουργική ανάλυση: Ιωάννα Ρεμεδιάκη, Pavlina Dublekova

Βοηθός σκηνοθέτη: Liuba Todorova

Διεύθυνση σκηνής: Bogdan Dimitrov

Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Ρίτα Σίσιου

Social Media: ΆποψηΔημήτρης Κοντογιάννης

Διανομή

Leonid Yovchev (Διόνυσος)

Samuel Finzi (Τειρεσίας)

Αλέξανδρος Μυλωνάς (Κάδμος)

Λουκία Μιχαλοπούλου (Αγαύη)

Μιχαήλ Ταμπακάκης (Πενθέας)

Ivan Youroukov (Αγγελιαφόρος Α’)

Martin Dimitrov (Αγγελιαφόρος Β’)

Ivan Nikolov (Δούλος)

Ραψωδοί (The Tiger Lillies)

Μεσαίος — Martyn Jacques

Aιθέριος — Adrian Stout

Χθόνιος — Budi Butenop

Χορός των Βακχών:

Kremena Slavcheva

Ξένια Γραμματικού

Δανάη Σταματοπούλου

Αλεξάνδρα Γαϊδατζή

Nadya Keranova

Νεφέλη Ανθοπούλου

Ελένη Θυμιοπούλου

Alexandra Svilenova

Αγγελική Κιντώνη

Ζωή Ευθυμίου

Ευθυμία Δανιηλίδου

Πολυξένη Σπυροπούλου

Συμπαραγωγή του «Ιβάν Βάζοφ» Εθνικού Θεάτρου Βουλγαρίας, του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ Πολιτιστική

Στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Back to top button