Καβάλα

Μάκης Παπαδόπουλος: «Η γεωγραφία μάς έδωσε ένα πλεονέκτημα. Το αν θα το μετατρέψουμε σε ευημερία είναι δική μας ευθύνη»

Η συζήτηση για την αυξανόμενη παρουσία των Βαλκάνιων στην Καβάλα και την ευρύτερη περιοχή είναι θεμιτή. Αρκεί να συζητάμε για το πραγματικό ζήτημα. Και το πραγματικό ζήτημα δεν είναι ποιος αγοράζει ένα ακίνητο, ποιος επενδύει ή ποια πινακίδα έχει το αυτοκίνητο που περνά τα σύνορα. Είναι τι είδους ανάπτυξη θέλουμε για τον τόπο μας και τι κάνουμε εμείς για να την πετύχουμε.

Η ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο από την αξία της γης, ούτε όμως ακυρώνεται επειδή αυξάνεται η αξία της. Μετριέται από το αν ένας τόπος δημιουργεί περισσότερο εισόδημα, περισσότερες ευκαιρίες, περισσότερες θέσεις εργασίας και καλύτερες προοπτικές για τους ανθρώπους του.

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία, όχι στο ποιος έρχεται, αλλά στο αν εμείς έχουμε το σχέδιο να αξιοποιήσουμε αυτή την οικονομική κινητικότητα προς όφελος της τοπικής κοινωνίας. Γιατί αυτή η κινητικότητα δεν προέκυψε τυχαία. Είναι, σε σημαντικό βαθμό, αποτέλεσμα μιας στρατηγικής επιλογής δεκαετιών, να ενισχύσουμε τη σύνδεση της Βόρειας Ελλάδας με τη Βαλκανική ενδοχώρα.

Η Ελληνική Πολιτεία, οι Περιφέρειες, οι Δήμοι και τελικά όλοι οι πολίτες, μέσα από Εθνικούς και Ευρωπαϊκούς πόρους, έχουμε επενδύσει σημαντικά σε αυτή την επιλογή. Η Εγνατία Οδός, ο κάθετος άξονας Κομοτηνή–Νυμφαία και ο Ε61 δεν υπάρχουν ή σχεδιάζονται απλώς για να φαίνονται στον χάρτη. Υπάρχουν για να συνδέουν οικονομίες και κοινωνίες. Για να μετακινούνται άνθρωποι και προϊόντα, να ανοίγουν αγορές, να αυξάνεται η επισκεψιμότητα και να δημιουργούνται νέες οικονομικές ευκαιρίες. Δεν μπορούμε λοιπόν να επενδύουμε στη σύνδεση με τα Βαλκάνια και, όταν αυτή η σύνδεση παράγει αποτελέσματα, να αντιμετωπίζουμε τους ίδιους τους Βαλκάνιους ως πρόβλημα.

Χρειάζεται και κάτι ακόμη: συνέπεια. Αν ένας Ελβετός, ένας Γερμανός ή ένας Αμερικανός αγόραζε ένα σπίτι ή επένδυε στην περιοχή μας, πιθανότατα θα μιλούσαμε για εξωστρέφεια και προσέλκυση ξένων κεφαλαίων. Γιατί τότε η ίδια οικονομική δραστηριότητα να αποκτά διαφορετικό πρόσημο, όταν προέρχεται από έναν Βούλγαρο, έναν Ρουμάνο ή έναν Σέρβο; Η ανάπτυξη δεν έχει διαβατήριο. Έχει αποτύπωμα. Και αυτό το αποτύπωμα είναι που πρέπει να μας ενδιαφέρει, πόσο εισόδημα μένει στην περιοχή, πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούνται, πόσο ενισχύονται οι τοπικές επιχειρήσεις, πόσο διευρύνεται η παραγωγική βάση και πόσο βελτιώνεται τελικά η ζωή των ανθρώπων που κατοικούν εδώ. Άλλωστε, η οικονομία κάνει κύκλους.

Πριν από μερικές δεκαετίες ήταν οι Έλληνες που κατευθύνονταν προς τη Βουλγαρία. Ελληνικές επιχειρήσεις, τράπεζες και κεφάλαια αναζητούσαν εκεί χαμηλότερη φορολογία, μικρότερο κόστος και νέες αγορές. Η Βουλγαρία δεν «ελληνοποιήθηκε». Συμμετείχε σε μια νέα οικονομική πραγματικότητα. Σήμερα, ορισμένες από αυτές τις ροές κινούνται και προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πώς θα τις ανακόψουμε. Είναι πώς θα μετατρέψουμε αυτή την κινητικότητα σε μεγαλύτερη και διαρκέστερη αξία για τον τόπο μας. Να μη στηριζόμαστε μόνο σε δύο ή τρεις μήνες τουρισμού. Να επιμηκύνουμε την τουριστική περίοδο. Να συνδέσουμε τον τουρισμό με την τοπική παραγωγή, την εστίαση, το εμπόριο και τις υπηρεσίες. Να προσελκύσουμε επενδύσεις που δημιουργούν θέσεις εργασίας και πραγματική προστιθέμενη αξία.

Βεβαίως, εδώ χρειάζονται κανόνες. Προστασία του περιβάλλοντος. Έλεγχος της άναρχης δόμησης. Υποδομές που αντέχουν την αυξημένη ζήτηση. Προσιτή κατοικία για τους μόνιμους κατοίκους. Σεβασμός στην ιστορία, στα μνημεία και στην ταυτότητα κάθε περιοχής. Εξωστρέφεια δεν σημαίνει ασυδοσία. Και ανάπτυξη χωρίς σχέδιο και κανόνες δεν είναι βιώσιμη ανάπτυξη.

Από εκεί και πέρα, όμως, πρέπει να αποφασίσουμε τι θέλουμε. Έναν τόπο που αντιμετωπίζει κάθε αλλαγή με καχυποψία και κλείνεται στον εαυτό του; Ή έναν τόπο ζωντανό και εξωστρεφή, που γνωρίζει τα πλεονεκτήματά του, προστατεύει όσα έχουν αξία και θέτει ο ίδιος τους όρους της ανάπτυξής του;

Για μένα η επιλογή είναι ξεκάθαρη. Ούτε να ξεπουλήσουμε τον τόπο μας ούτε να τον κλείσουμε σε μια γυάλα. Να αξιοποιήσουμε τη γεωγραφική μας θέση. Να προστατεύσουμε την ιστορία, την ταυτότητα και το περιβάλλον μας. Να βάλουμε κανόνες. Και, κυρίως, να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις, ώστε να παραμένει εδώ όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της αξίας που παράγεται εδώ.

Γιατί τελικά αυτό είναι το πραγματικό μέτρο της ανάπτυξης: Όχι μόνο πόσο ακριβαίνει ένας τόπος, αλλά πόσο αυξάνει την πραγματική του αξία. Όχι μόνο πόσοι έρχονται, αλλά τι μένει στον τόπο από την παρουσία τους. Όχι ποιο διαβατήριο κρατά αυτός που επενδύει, αλλά τι δημιουργεί η επένδυσή του. 

Μάκης Παπαδόπουλος

Δημοτικός Σύμβουλος

Επικεφαλής της Ανεξάρτητης Δημοτικής Κίνησης

Ο ΤΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Back to top button