«Ματωμένος γάμος» στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Το έργο γράφτηκε το 1932, λίγο πριν τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο και είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα της εποχής του μεγάλου Ισπανού συγγραφέα.
Στην κλειστή και παραδοσιακή κοινωνία της ισπανικής επαρχίας, ένας ευκατάστατος νέος αποφασίζει να παντρευτεί την αγαπημένη του, με την ευχή της μητέρας του. Η νύφη όμως έχει ένα σκοτεινό παρελθόν, καθώς ήταν παλιότερα αρραβωνιασμένη με το Λεονάρντο και η καρδιά της ανήκει ακόμα σ’ αυτόν. Μα, ο Λεονάρντο είναι πλέον παντρεμένος με τη ξαδέρφη της νύφης. Ο γάμος γίνεται, αλλά από το γαμήλιο γλέντι λείπουν η νύφη και ο Λεονάρντο, οι οποίοι κλέφτηκαν. Ξεκινάει ένα ξέφρενο κυνηγητό για να πιάσουν τους άπιστους και να αποδοθεί ένα είδος δικαιοσύνης.
Η φυγή τους πυροδοτεί την καταδίωξη. Ο Γαμπρός, παγιδευμένος στον κώδικα τιμής και στις κοινωνικές επιταγές που τον περιβάλλουν, ακολουθεί τον δρόμο της εκδίκησης.
Ο «Ματωμένος Γάμος» αφηγείται την αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από τη μοίρα του στο όνομα του έρωτα.
Σ’ ολόκληρο το έργο είναι εμφανής ο σχολιασμός του συγγραφέα, τόσο για την δομή της κοινωνίας και τις έννοιες της οικογένειας, της τιμής, του χρέους και της εκδίκησης, όσο και για τη θέση της γυναίκας σε όλα αυτά. Αναφέρεται, μάλιστα, πως μετά το γάμο, το μόνο που έχει να περιμένει μια γυναίκα είναι να κλειστεί και να βλέπει τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της και τα παιδιά της, και αυτό είναι η ευτυχία της.
Όμως φαίνεται πως η γυναίκα, τελικά, αναζητά την ελευθερία της σε πολλαπλά επίπεδα και το δικό της πεπρωμένο, ακόμα και αν αυτό είναι πνιγμένο στο αίμα.
Δύο φόνοι διαπράττονται υπό το φως του φεγγαριού. Η εκδίκηση πάρθηκε. Τα βάναυσα ένστικτα κατευνάστηκαν. Η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη, ήταν στο αίμα που κυλούσε στις φλέβες τόσο του γαμπρού, όσο και του Λεονάρντο. Το παρελθόν δε διαγράφεται ποτέ.
Το φεγγάρι προσωποποιείται στην καταδίωξη. Πανταχού παρόν, βλέπει τα πάντα, απαιτεί δικαιοσύνη. Με το φως του βοηθά τους καταδιώκτες να πιάσουν το άπιστο ζευγάρι. Το φεγγάρι φιλά τον θάνατο, καθώς μαζί βαδίζουν συνοδοιπόροι.
Ο λυρισμός, η δράση, τα πάθη και τα συναισθήματα, ο προδομένος έρωτας που οδηγεί στον θάνατο, οι αλληγορίες του θανάτου, του «ντουέντε» (το πάθος της ψυχής) και της σελήνης, το χώμα, ο ήλιος, τα υπερφυσικά στοιχεία, το πάθος της ανδαλουσιανής γης, οι λαϊκές πηγές της παράδοσης είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την τραγωδία του «Ματωμένου γάμου».
Το έργο του Λόρκα αποτελεί μία πολύτιμη παρακαταθήκη παραδόσεων και έχει καταξιωθεί στη μνήμη μας ως ένα έργο βαθιά μεσογειακό, που δεν αφορά μόνο την ισπανική ύπαιθρο, μα ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου και κατ΄ επέκταση, ολόκληρη την οικουμένη.
Ο «Ματωμένος Γάμος» εμπνευσμένος από πραγματικό έγκλημα πάθους στην ισπανική ύπαιθρο, πραγματεύεται τον απαγορευμένο έρωτα, την τιμή των οικογενειών, τον γάμο, το χρήμα, την ιδιοκτησία που οδηγεί σε βεντέτα, τη μοίρα και την κοινωνική καταπίεση των γυναικών, σε έναν κόσμο αυστηρών κανόνων, όπου το πάθος συγκρούεται αμείλικτα με το καθήκον και την παράδοση.
Είναι μια σύγχρονη τραγωδία με έντονο λυρικό και συμβολικό χαρακτήρα, όπου συνυπάρχουν διαλογικά και χορικά μέρη και αξιοποιείται το υπερφυσικό στοιχείο (Σελήνη, Θάνατος, Φύση), ως καταλύτης της τραγικής κορύφωσης.
Οι λαϊκές παραδόσεις και ο μύθος συγκροτούν τον πυρήνα του δράματος, ο οποίος συνομιλεί άμεσα με την αρχαιοελληνική τραγωδία που ερευνά ο Κώστας Τσιάνος.
Ο σκηνοθέτης, για δεύτερη φορά, προσεγγίζει το λυρικό κείμενο αναδεικνύοντας τις συγγένειές του με την αρχαιοελληνική τραγωδία, ενώ ο Διονύσης Τσακνής ντύνει και πάλι με τις πρωτότυπες μουσικές του συνθέσεις την παράσταση.
Πρόκειται για έναν ύμνο στον απόλυτο έρωτα, ένας κλαυθμός στον μοιραίο θάνατο, μια εστίαση στη σημασία της αυτοδιάθεσης και στην αξία της ελευθερίας, ένα έργο που επιτυγχάνει, χάρη στη γραφή του Lorca, στις δραματουργικές στιγμές που φυλακίζονται στην αιωνιότητα. Η υπερβατική δύναμη της αγάπης στοιχειώνει τον αιματοβαμμένο γάμο.
Η Νύφη και ο Λεονάρντο βιώνουν τον μοιραίο κι απόλυτο έρωτα, μόνο όταν οι συνθήκες τον απαγορεύουν, ξεπερνώντας τα ηθικά στεγανά σε μια κοινωνία με ακλόνητους δεσμούς –ήθη κι έθιμα–, προ(σ)καλώντας αναπόφευκτα τον Θάνατο, υπό τη σκιά του προπατορικού ερωτικού αμαρτήματος.
Η Νύφη είναι ακαταμάχητα ελκυστική και ο Λεονάρντο ξεκλειδώνει τον εγωισμό της, σπάει τις άμυνές της, πυροδοτεί το πάθος της και εκρήγνυνται συναισθηματικά, συνταράσσοντας τη Φύση κι αφήνοντας έναν ματωμένο γάμο και ένα μαύρο πέπλο να τον σκεπάζει. Παραδίνονται στη δίνη του παθιασμένου έρωτα συμπαρασύροντας θεούς και δαίμονες, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.
Στην ανδαλουσιανή αρένα του έρωτα μάχονται θανάσιμα για την απόκτηση της Νύφης, η οποία πνίγεται από τα πάθη της και, παραμερίζοντας τον εγωισμό της, έλκεται από τον σκοτεινό χώρο του ασυνειδήτου της και τυφλώνεται από τη δύναμή του.
Ο Λόρκα επαναστατεί λυρικά, συνταράσσει τις ψυχές και απενοχοποιεί τον έρωτα, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Εγγονόπουλου για την ύπαρξη μόνο δύο σκοπών: της αγάπης και της ελευθερίας.
Με φόντο τον ισπανικό κάμπο, ο συγγραφέας προσωποποιεί τον Θάνατο και δίνει φωνή στη Φύση, αγγίζοντας τα άνθη του κακού και αποδεσμεύοντας τον έρωτα από καθετί υλικό. Οι ευρηματικές σκηνικές αλλαγές με τα κρουστά δίνουν υλική διάσταση στον σκηνικό χρόνο.
Ένα ηθογραφικό έργο είναι ο «Ματωμένος Γάμος» του Θεσσαλικού Θεάτρου, που καθρεφτίζει τις απόψεις μιας ολόκληρης εποχής, ρίχνοντας ματιές στους επίορκους, στην αδυναμία απόδρασης από τον ίδιο τον εαυτό, το πάθος, τον ανεκπλήρωτο έρωτα, τα στερεότυπα μιας σκληρής κοινωνίας.
Μια τραγωδία, σε ένα λυρικό κείμενο, που περιγράφει το αιματοκύλισμα για την «τιμή», την αγάπη και το μίσος, την πίστη και την προδοσία, την ενοχή και τον καθαρμό, τα θέλω και τα πρέπει, τη ζωή και τον θάνατο. Ένα έργο κλασικό, με ερμηνείες που καθρεφτίζουν το συναίσθημα, σε μια παράσταση που σέβεται απόλυτα τον συγγραφέα και το έργο του.
Άκρως λυρικός, με τον αισθησιασμό και την υπερβατική τόλμη που υπαγορεύει η μεγάλη ποίηση και με φόντο της τραχύτητα του ανδαλουσιανού τοπίου, ο Λόρκα ενσωματώνει στον «Ματωμένο Γάμο» τελετουργικά, που σε όλους τους πολιτισμούς συνοδεύουν τις κομβικές στιγμές της ανθρώπινης παρουσίας στη γη: ένα νανούρισμα, τραγούδια γάμου, μοιρολόγια, ο κύκλος της ζωής. Μια ιχνηλάτηση, δηλαδή, όλης της ανθρώπινης περιπέτειας από τη ζωή στον θάνατο με τρόπο που συγκινεί.
Η σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου εισέρχεται για άλλη μια φορά, με ανανεωτική πνοή στο ποιητικό στερέωμα του συγγραφέα, εξερευνώντας το πώς μπορεί να μεταφραστεί σκηνικά ο τολμηρός λυρισμός του έργου. «Καρφιά του φεγγαριού ενώνουν τη μέση μου με τους γοφούς σου» γράφει ο Λόρκα και, μέσα από το σκηνικό σύμπαν της παράστασης, η ποίηση αναβλύζει και έρχεται καταπάνω μας για να μας σαρώσει «σαν κύμα δυνατό».
Η επιλογή του έργου από το «Θεσσαλικό Θέατρο» δεν αποτελεί μόνο φόρο τιμής σε έναν από τους σημαντικότερους ποιητές και δραματουργούς του 20ού αιώνα, αλλά και ουσιαστική συνομιλία με την ταυτότητα του Θεσσαλικού Θεάτρου. Ενός φορέα πολιτισμού, που εδώ και πέντε δεκαετίες, υπηρετεί την τραγωδία, τον λαϊκό μύθο, τη συλλογική μνήμη και τη βαθιά κοινωνική διάσταση της σκηνικής πράξης.
Το πρώτο σύμβολο της υπόθεσης είναι η Μάνα, η οποία πικραμένη από τον θάνατο του συζύγου και του μεγαλύτερου γιου της από το χέρι των Φελίξ, δίνει την ευχή της στον μικρότερο γιο της για να παντρευτεί μια κοπέλα που ζει κοντά στην πόλη και δηλώνει την επιθυμία της να δει εγγόνια.
Η Ντίνα Αβαγιανού συλλαμβάνει την πολύπλευρη ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας τσακισμένης από το ολοκληρωτικό πένθος αλλά και ανείπωτα δυνατής. Μορφοποιεί τον χαρακτήρα της Μάνας με πολλαπλές εκφάνσεις συναισθηματικής εκτόνωσης, κερδίζοντας με αυτό τον τρόπο τον θεατή.
Ο Άγγελος Ανδριόπουλος υποδύεται τον Λεονάρντο και είναι ο μόνος χαρακτήρας «με όνομα» στο έργο. Είναι παντρεμένος κι έχει έναν μικρό γιο, με την ξαδέρφη της Νύφης. Όταν, όμως, βλέπει να χάνει τον νεανικό του έρωτα, ξυπνάει το παλιό του πάθος. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, ο Λεονάρντο προσπαθεί να κρατήσει κάτι που τον καίει πολύ και κάποια στιγμή δεν μπορεί να ελέγξει τον έρωτά του για τη Νύφη και τον υπερβαίνει.
Στην παράσταση μελοποιήθηκαν όλα τα τραγούδια και οι στίχοι του έργου από τον Διονύση Τσακνή, ενώ τα παραδοσιακά κρουστά όργανα πρωτοστατούν στη δομή της παράστασης, έτσι όπως το συνηθίζει ο Κώστας Τσιάνος. Δημιουργείται από τους ίδιους τους ηθοποιούς πάνω στη σκηνή ένα ενδιαφέρον ηχοτοπίο , ένα ποιητικό περιβάλλον με τις ανάσες, τις ερμηνείες και την κίνηση των γυναικών, να ζωντανεύουν το έργο.
Η εξαιρετική Αγγελική Λεμονή υποδύεται, με τη γνωστή δεινότητά της τρεις ρόλους, μεταξύ των οποίων και της ζητιάνας, μιας αλληγορικής φιγούρας που είναι ο ίδιος ο Θάνατος, ο οποίος περιφέρεται στο δάσος, αναζητώντας τα επόμενα θύματά του.
Λειτουργεί ως «οδηγός» για το κακό. Συνεργάζεται με το Φεγγάρι (Δημήτρης ΄Οντος), το οποίο ζητά αίμα για να ζεσταθεί και βοηθά τον Γαμπρό και τους ανθρώπους του να εντοπίσουν τους δύο εραστές Λεονάρντο και Νύφη.
Με την απόκοσμη παρουσία της, προμηνύει και σφραγίζει την τραγική κατάληξη. Δε νιώθει οίκτο, είναι η ψυχρή εκτέλεση της μοίρας.
Η Νίκη Παλληκαράκη ερμηνεύει την Βάγια, ένα απόλυτα γήινο, ρεαλιστικό πρόσωπο, στενά δεμένο με την καθημερινότητα και το σπίτι της Νύφης, την οποία υποδύεται η νεαρή κι όμορφη Τζένη Καζάκου με την πρέπουσα ευαισθησία.
Η Βάγια γνωρίζει τα μυστικά του σπιτιού και το παρελθόν της Νύφης με τον Λεονάρντο.
Προσπαθεί να συγκρατήσει το πάθος της Νύφης, ως φωνή της λογικής, υπενθυμίζοντάς της τις υποχρεώσεις της και την τιμή της. Την προτρέπει να ξεχάσει το παρελθόν και να αφοσιωθεί στον Γαμπρό.
Κατά την προετοιμασία του γάμου, ο ρόλος της γίνεται πιο παραδοσιακός – τελετουργικός, καθώς χτενίζει τη Νύφη και τραγουδά τα παραδοσιακά γαμήλια τραγούδια, τα οποία όμως κρύβουν μια υποβόσκουσα μελαγχολία για το μέλλον.
Πολύ καλός και ο έμπειρος Νίκος Αρβανίτης στον ρόλο του Πατέρα.
Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί του θιάσου ακολουθούν πιστά της σκηνοθετικές οδηγίες και συμβάλλουν στην επιτυχία της παράστασης.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι του Γιώργου Ζιάκα, η μουσική διδασκαλία της Μαργαρίτας Παπαδημητρίου και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα.
Ο Ερρίκος Μπελιές, που υπογράφει τη μετάφραση, δούλεψε το λογοτεχνικό κείμενο με γνώμονα τη «σκηνική λεκτική ροή». Οι διάλογοι έχουν ρυθμό, φυσικότητα και είναι γραμμένοι έτσι ώστε να διευκολύνουν τον ηθοποιό πάνω στη σκηνή. Σ’ αυτό συνετέλεσε και η συμβολή του σκηνοθέτη Κώστα Τσιάνου με τις προσθήκες του από την ελληνική λαογραφία.
Ο «Ματωμένος Γάμος» είναι ένα ποιητικό δράμα. Η παράσταση διατήρησε τη σκληρή, γήινη πραγματικότητα των προσώπων της ανδαλουσιανής υπαίθρου, χωρίς όμως να χάσει τον λυρισμό, τον συμβολισμό και την ποιητική μαγεία των σκηνών (όπως αυτές με το Φεγγάρι και τον Θάνατο), μπολιάζοντάς τες με ελληνικά στοιχεία από τη λαϊκή μας παράδοση.
Συντελεστές
Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές – Κώστας Τσιάνος
Σκηνοθεσία- στίχοι τραγουδιών: Κώστας Τσιάνος
Σκηνικά & κοστούμια: Γιώργος Ζιάκας
Μουσική: Διονύσης Τσακνής
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Βοηθός σκηνοθέτη: Ασημίνα Σοφία Χριστοπούλου
Μουσική Διδασκαλία: Μαργαρίτα Παπαδημητρίου
Διανομή με σειρά εμφάνισης:
Χάρος (σαν ζητιάνα) – γειτόνισσα – Πεθερά Λεονάρντο: Αγγελική Λεμονή
Μάνα: Ντίνα Αβαγιανού
Γαμπρός: Αστέρης Κρικώνης
Γυναίκα του Λεονάρντο: Χριστίνα Βράκα
Λεονάρντο: Άγγελος Ανδριόπουλος
Κοπέλες: Αναστασία Βαγενά, Στεφανία Καραγιάννη, Δήμητρα Καραγιώργου
Βάγια: Νίκη Παλληκαράκη
Πατέρας Νίκος Αρβανίτης
Νύφη: Τζένη Καζάκου
Νέοι: Γιώργος Βούντας, Δημήτρης Όντος, Παντελής Ψακίδης
Φεγγάρι: Δημήτρης Όντος
Οργάνωση παραγωγής: Ειρήνη Γκότση
Οργάνωση περιοδείας: Σάκης Μανάφης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ



