Ευριπίδη «Άλκηστις» από το Εθνικό Θέατρο στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Μια ιστορία στο μεταίχμιο ανάμεσα στον θάνατο και στην επιστροφή, ανάμεσα στη λύτρωση και σε μια ανησυχητική εκκρεμότητα. Στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη, τίποτα δεν αποκαθίσταται οριστικά. Η ανατροπή της τελικής έκβασης δεν λειτουργεί ως λύση, αλλά ως μια νέα ανοιχτή πληγή, που αφήνει πίσω της το έργο. Μια σύγχρονη παραβολή με έντονο πολιτικό πρόσημο. Ένα έργο ιδιοφυές. Μια διαρκής αιώρηση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, στο παιχνίδι και στον εφιάλτη, στη συντριπτική τραγωδία και στην απροσδόκητη κωμικότητα.
Από τα πιο αμφίσημα κείμενα της αρχαίας δραματουργίας, η «Άλκηστις», μετατρέπει τη θυσία, την αγάπη και τη σωτηρία σε πεδία διαρκούς διαπραγμάτευσης. Το πένθος δε σταθεροποιείται ποτέ σε μία καθαρή μορφή, ενώ ακόμη και το θαύμα μοιάζει να απορροφάται από τη ροή της καθημερινότητας, σαν να υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά, όταν η σκηνή κλείνει.
Ο μύθος ξεκινά με τον βασιλιά της Θεσσαλίας, τον Άδμητο, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τον επικείμενο θάνατό του. Ο Απόλλωνας, που κατοικεί στο παλάτι του ως μορφή τιμωρίας που του έχει επιβάλει ο Δίας, παρεμβαίνει και τον σώζει. Η σωτηρία όμως έχει όρο: κάποιος άλλος πρέπει να πεθάνει στη θέση του.
Ο Άδμητος απευθύνεται σε όλους γύρω του ζητώντας έναν αντικαταστάτη. Ρωτά τους γονείς του, τους φίλους του, όμως κανείς δεν δέχεται να θυσιαστεί. Τελικά, τη θέση αυτή την παίρνει η Άλκηστις, η οποία αποφασίζει να πεθάνει για τον άντρα της.
Ακολουθεί μια περίοδος έντονου πένθους, ένα πένθος σχεδόν «του αγνώστου», καθώς η απουσία της Αλκήστιδος διατρέχει το παλάτι και τις σχέσεις των προσώπων.
Στο τέλος εμφανίζεται ο Ηρακλής, τον οποίο ο Άδμητος φιλοξενεί χωρίς να του αποκαλύψει τον θάνατο της γυναίκας του. Όταν ο Ηρακλής μαθαίνει την αλήθεια, αποφασίζει να ανταποδώσει τη φιλοξενία κατεβαίνοντας στον Κάτω Κόσμο και φέρνοντας πίσω την Άλκηστη, και μάλιστα, χωρίς πέπλο!
Στο ανέβασμα του Δημήτρη Καραντζά, η δραματουργία φωτίζει το κομμάτι της γυναικείας παρουσίας με εμβόλιμα κείμενα- τραγούδια. Υπάρχουν γυναίκες στον Χορό, που αποτελείται και από άντρες, ενώ γυναίκα είναι κι αυτή που ερμηνεύει τον ρόλο της υπομονής, τον Θάνατο, η επιβλητική Θεοδώρα Τζήμου, η οποία βρίσκεται μπροστά από το ογκώδες σκηνικό, «θαμμένη» στους φανταχτερούς ελιγμούς ενός πλούσιου, μαύρου εντυπωσιακού φορέματος, από την έναρξη έως το τέλος της παράστασης. Τα χέρια της δεμένα με χορδές κινούνται άλλοτε ήπια και άλλοτε με αγριότητα, παράγοντας ήχους τρομακτικούς, που προκαλούν δέος.
Το έργο συνομιλεί με το σήμερα, καθώς τα δραματικά γεγονότα μπορούν να ανατραπούν ή να αλλάξουν μορφή. Ο Ευριπίδης σχολιάζει και τη διαφθορά αλλά και το πώς, έννοιες όπως ο θάνατος, μπορούν να μετατραπούν σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, αναδεικνύεται και η φαιδρή πλευρά των πραγμάτων, ανάλογα με το πώς τα διαβάζουμε και τι βάρος τους αποδίδουμε, οπότε το χαρακτηρίζουμε «ιλαροτραγωδία».
Στην παράσταση, αρχικά, οι άντρες διαχειρίζονται τη ζωή της Αλκήστιδος σαν να είναι αντικείμενο. Οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην της. Πρώτα από τον Απόλλωνα, έπειτα από τον Άδμητο. Η ίδια δεν έχει ουσιαστική φωνή μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.
Ωστόσο, έχει σημασία ότι η Άλκηστις δεν παρουσιάζεται μόνο ως παθητικό πρόσωπο, επειδή εκείνη επιλέγει να πάρει τη θέση του Άδμητου. Πρόκειται για μια συνειδητή πράξη, μια απόφαση πάνω στη ζωή και στον θάνατο, και αυτό μπορεί να διαβαστεί ως ακραία, σχεδόν πολιτική χειρονομία.
Ο θάνατος, επομένως, λειτουργεί ως η μόνη διέξοδος από ένα περιβάλλον που δε μεταβάλλεται. Και η Άλκηστις, μέσα από αυτή την επιλογή επιχειρεί ν’ αφήσει ένα αποτύπωμα και να μετακινήσει τη συνείδηση των άλλων, αναγκάζοντάς τους να δουν τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο.
Μπαίνοντας στον χώρο, η πρώτη εντύπωση γίνεται ακόμη πιο επιβλητική, αφού η κατασκευή του σκηνογράφου Κωνσταντίνου Σκουρλέτη δε μοιάζει με μια παράταιρη εξέδρα, όπως, ίσως, φαντάζεται κανείς από μακριά. Είναι μια τεράστια μεταλλική επικλινής επιφάνεια γλιστερή, φέρουσα τέσσερα κοιλώματα που λειτουργούν ως κρύπτες, θαρρείς, αλλά και ως είσοδοι και έξοδοι των προσώπων. Ενίοτε, τη βλέπεις σαν τεράστια χοάνη που καταπίνει τιμωρητικά ή λυτρωτικά τα ανομήματα ή την παρομοιάζεις με την ίδια τη γη που έχει λυγίσει και μετατόπισε σημεία εδάφους.
«Η κατασκευή του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη υπαγορεύει τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθούν οι ηθοποιοί, θα σταθούν, θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Κάθε φορά που κάποιος επιχειρεί να ανέβει στην επιφάνειά της, χρειάζεται πρώτα να συμφιλιωθεί με τη βαρύτητα. Υπάρχει μια τραχύτητα. Δεν με ενδιέφερε να φτιάξουμε κάτι λείο ή εξωραϊσμένο. Θέλαμε ένα τοπίο που να κουβαλάει πάνω του τον χρόνο, τη φθορά, την αίσθηση ότι βρίσκεται εκεί πολύ πριν εμφανιστούν οι άνθρωποι», δήλωσε ο σκηνοθέτης σε δεδομένη στιγμή.
Θα μπορούσα να πω, πως αυτή η εικαστική κατασκευή, μπορεί να εκληφθεί σαν ένα κοίλο κάτοπτρο που συλλέγει ηλιακό φως, ένα κεκλιμένο επίπεδο που συμβολίζει το μάτι ενός θεού, εν προκειμένω του Απόλλωνα, γιατί όχι και του Σύμπαντος, που παρακολουθεί τα πάντα.
Θα μπορούσε ακόμη, να αντικατοπτρίζει την ψυχολογία του ήρωα Άδμητου. Όπως το κάτοπτρο μαζεύει το φως σε ένα σημείο, έτσι και ο χαρακτήρας μπορεί να είναι απόλυτα προσηλωμένος σε έναν σκοπό, σε μια ιδέα ή σε μια εμμονή, αγνοώντας νόμους, κανόνες και συμπεριφορές γύρω του.
Ωστόσο, αυτή η συνέπεια του χώρου, που φτάνει στα όρια του τέλους και επιστρέφει αδιάκοπα μαζί με τους ήρωες της τραγωδίας, δημιουργεί μια ασφυκτική αίσθηση γι’ αυτό που έρχεται: ο θάνατος της Αλκήστιδος. Και όσο εκείνη βρίσκεται στον Άδη, ο θαυμάσιος και άριστα εκπαιδευμένος Χορός (Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος–Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος), σε μια διαρκή κινητική συστράτευση, έρχεται και φεύγει, σαν να αναπνέει στον ίδιο θνησιγενή ρυθμό.
Η κίνησή τους γίνεται μέρος της αφήγησης, αποτυπώνοντας τη δυσκολία του ανθρώπου να ισορροπήσει απέναντι στην απώλεια. Ακόμη και η μουσική γεννιέται από τα ίδια τους τα σώματα, από τα χτυπήματα των ποδιών, από τις χορδές και τα δοξάρια, δημιουργώντας ένα συγκινητικά τελετουργικό ηχητικό τοπίο.
Ιλαροτραγωδία, αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη δραματική πλευρά παρουσιάζει η άλλη παράμετρος του δράματος: η θυσία της Αλκήστιδος και οι χαρακτήρες της ίδιας και του Άδμητου.
Η Άλκηστις είναι, σίγουρα, μια έξοχη γυναίκα, σύζυγος και μητέρα. Καμμιά σκιά δεν αμαυρώνει αυτή την ηρωική αλλά και τόσο ανθρώπινη μορφή. Θυσιάζεται από αγάπη και χρέος, χωρίς δισταγμούς και χωρίς ρητορείες. Μόνη της έγνοια είναι τα παιδιά της, που θα μείνουν ορφανά.
Στην πλούσια πινακοθήκη της γυναικείας αυτοθυσίας, που έστησε ό «μισογύνης» Ευριπίδης, ή μορφή της Αλκήστιδος είναι μια απ’ τις πιο αγνές, τις πιο ευγενικές και τις πιο συγκινητικές.
Απέναντί της ό Άδμητος μοιάζει ολότελα αξιοθρήνητος. Βέβαια, έχει κι αυτός τις αρετές του. Είναι «άρχοντας», γενναιόδωρος, αισθηματίας, φιλόξενος και αγαπητός σέ όλους. Αλλά δέχεται να πεθάνει η γυναίκα του για λογαριασμό του και «μαλώνει» αυστηρά τον πατέρα του, επειδή δεν προσφέρθηκε εκείνος να θυσιαστεί. Πρόκειται για μια σκηνή από τις πιο «ρεαλιστικές» του Ευριπίδη, όπου πατέρας και γιος, αγκιστρωμένοι και οι δυο στη ζωή, φωτίζονται με ελάχιστα κολακευτικό φως.
Ό «ήρωας» δεν είναι διόλου ήρωας, αλλά ό Ποιητής νοιάζεται, πάνω από όλα, να είναι ανθρώπινοι οι χαρακτήρες του, έστω κι αν έτσι θυσιάζεται το «μεγαλείο» τους.
Πώς, λοιπόν, δικαιολογείται ή θυσία της Αλκήστιδος για έναν τέτοιον εγωιστή και μικρόψυχο άντρα;
Για τον κόσμο και την εποχή του Ευριπίδη, σημασία είχε ή διάσωση του γένους που εξασφαλίζεται από τον άντρα. Το κοινωνικό συμφέρον απαιτούσε, λοιπόν, να θυσιάζεται η γυναίκα στη θέση του άντρα, αν το καλούσε η ανάγκη.
Αλλά ό Άδμητος δε μένει ένας τυφλός εγωπαθής ως το τέλος. Όσο προχωρεί το έργο, όσο ολοκληρώνεται η θυσία της γυναίκας, όσο υψώνεται το ανάστημά της, ό Άδμητος, προχωρεί κι εκείνος σε αυτοανακάλυψη και αυτοκριτική.
Με τον θάνατό της, «άστραψε φως και γνώρισε τον εαυτό του». Γνώρισε τον εγωϊσμό και τη μικρότητά του μα, προπάντων, γνώρισε το μάταιο τού αγώνα να κρατηθεί στη ζωή, πατώντας σ’ ένα αντρικό προνόμιο και εκμεταλλευόμενος την αφοσίωση και την αγάπη μιας γυναίκας. Ο θάνατός της είναι περισσότερο δικός του θάνατος, αφού ή ζωή του από δω και μπρος δε θα’ ναι, παρά οδύνη και περιφρόνηση των άλλων για κείνον, και ακόμα πιο πολύ, περιφρόνηση του ίδιου για τον εαυτό του.
Έτσι, ή θυσία που ξεκινάει από έναν «κοινωνικό καταναγκασμό» μεταμορφώνεται πρώτα σε ψυχικό μεγαλείο της γυναίκας, κι έπειτα σε αυτογνωσία του άντρα. Η γυναίκα – το «ταπεινό» γένος – υψώνεται σε ηρωικές διαστάσεις, με οδηγό την αφοσίωση και τη στοργή της. Ό άντρας – το περήφανο, εγωιστικό γένος – ταπεινώνεται, με οδηγό τη θυσία της γυναίκας.
Οι δυο τους είναι τώρα άξιοι να ζήσουν την κοινή ζωή τους, όπου κανένας δε θα’ ναι εξάρτημα του άλλου, αλλά «δυο άνθρωποι που θα προστατεύουν και θα συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον.
Το αρχαιότερο από τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη, συνδυάζει τη φόρμα και τα χαρακτηριστικά της τραγωδίας με κωμικά στοιχεία, ειρωνική ματιά και αίσια έκβαση.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά ανιχνεύει ένα από τα πιο αινιγματικά έργα του αρχαίου θεάτρου, μια τραγικομωδία που καταργεί τη φυσική νομοτέλεια και αντιστέκεται στη βούληση του θανάτου.
Ο θάνατος είναι το επίκεντρο του έργου. Ο αναπόφευκτος και οριστικός θάνατος του καθενός μας. Κι όμως, διακαής επιθυμία του ανθρώπου ήταν ανέκαθεν η κατάργησή του, η ματαίωσή του, η παροδική -έστω- αναβολή του. Την ακατανίκητη αυτή ανθρώπινη ανάγκη ενσαρκώνει ο Άδμητος, ο οποίος αποδέχεται τη θυσία της γυναίκας του προκειμένου να ανατρέψει τη μοίρα του με οποιοδήποτε κόστος.
Πόσο βασανιστική μπορεί να είναι, όμως, αυτή η αποδοχή; Η ζωή που κερδήθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να είναι ευχάριστη; Μετριάζεται κάποτε το συνειδησιακό βάρος που κουβαλά ο αποδέκτης;
Πλήθος θεμάτων συμπλέκονται γύρω από τον κεντρικό πυρήνα προβληματισμού. Αξίζει η ζωή χωρίς τιμή; Αρκεί η απλή επιβίωση χωρίς ηθική; Τιμωρείται η καταπάτηση όρκων; Η «νεκραναστημένη» Άλκηστις μένει σιωπηλή. Ούτε αποκαλύπτει το οτιδήποτε στην ολιγόωρη παραμονή της στον Άδη ούτε αποφαίνεται για το γεγονός. Η σύνθετη θεματική, όπως και η δομή του, καθιστούν το δρόμο αυτόν ιδιαιτέρως θελκτικό.
Ένα έργο, που ηθελημένα αφήνει αναπάντητα πολλά ερωτήματα για τα κίνητρα και τις επιλογές των ηρώων, τους οποίους ο σοφιστής συγγραφέας δε διστάζει να απομυθοποιήσει και να αμφισβητήσει.
Ωστόσο, αν τον προσεγγίσουμε με τους σημερινούς όρους, ο Καραντζάς δημιουργεί ένα σκηνικό σύμπαν γύρω από την ευτέλεια μιας πολυτελούς θυσίας. Εξάλλου, αυτός ο σκηνοθέτης, πάντοτε πετυχαίνει να αναδείξει, με την εικαστική προσέγγιση και τη φορμαλιστική του πρόταση, την κρυμμένη μαγεία, την ποιητικότητα και τον λυρισμό των επιμέρους σκηνών.
Στην «Άλκηστη», ο σκηνοθέτης ξεπέρασε τον σκόπελο της ρεαλιστικής αναπαράστασης του θανάτου, αλλά και της ανόητης συμπεριφοράς του Άδμητου με έναν άκρως πρωτότυπο τρόπο: παρουσίασε τους ήρωες κινούμενους σ’ ένα κωνικό, επικλινές σκηνικό, σαν να ήταν φιγούρες που ξεπήδησαν από αρχαία αιγυπτιακά ανάγλυφα ή οπό αρχαιοελληνικές επιτύμβιες στήλες, έστω με αλλόκοτα κοστούμια.
Στον ρόλο της Αλκήστιδος εμφανίζεται η Ηρώ Μπέζου σε μια αξιόλογη ερμηνεία.
Ο Γιάννης Νιάρρος, έξοχος ηθοποιός που σηκώνει τον βαρύ ρόλο του Άδμητου και συγκεντρώνει την προσοχή του κοινού στο μεγαλύτερο κομμάτι της παράστασης, ως ένας ισορροπιστής ανάμεσα στο θράσος και στη δειλία.
Ο επιβλητικός Κώστας Νικούλι είναι ο Απόλλων, σε μια αξιέπαινη ανάγνωση του Θεού που αντιμετωπίζει το θεϊκό όχι ως σταθερή ισχύ, αλλά ως μορφή ρωγμής, ειρωνείας και αμφισημίας.
Ο εξαιρετικός Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης είναι απόλυτα πειστικός, ως Φέρης, πατέρας του Άδμητου. Από τη μία κομψευόμενος και ειρωνικός, από την άλλη εγωκεντρικός, βάζει στο «τραπέζι» όλες τις ευθύνες που αναλογούν στον ίδιο του τον γιο και στη δειλία του.
Ο καλός ηθοποιός Γιώργος Ζυγούρης , ως Ηρακλής, φέρνει με εντυπωσιακή άνεση το απαραίτητο κωμικό στοιχείο στην παράσταση. Θυμίζει έναν τσιρκολάγνο, αποδίδει θαυμάσια τον χαζοχαρούμενο, ανδροπρεπή Ηρακλή, που μεθοκοπά και βακχεύει στο σπίτι του πένθους, εφόσον μέσα στην αστεία του φόρμα και στην αφέλειά του δεν έχει αντιληφθεί τον θάνατο της Αλκήστιδος.
Αντίστοιχα, στον ρόλο του πιστού υπηρέτη ο Αινείας Τσαμάτης, κατακτά τη σκηνή με την ερμηνευτική του δεινότητα και την άνεση στην κίνηση, καθώς θεσπίζει ένα αξιοθαύμαστο κωμικό ντουέτο με τον Ηρακλή – Ζυγούρη.
Σημαντικές συνιστώσες στο επιτυχημένο σύνολο, η μουσική του Παναγιώτη Μανουηλίδη, οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, τα διαφορετικής χρονικής ταυτότητας κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη και η κίνηση του Τάσου Καραχάλιου και, σαφώς, η δραματουργία της Έρις Κύργια.
Όλες οι σκηνές είναι συναρπαστικές. Από την πρώτη έως την τελευταία. Θα ξεχωρίσω μια σαγηνευτική, ως πραγματικά ευρηματική ιδέα και, γιατί όχι, επαναστατική. Αυτή, της σύνδεσης του Απόλλωνα με τον Θάνατο, μέσω των χορδών-αόρατων κλωστών. Ο ημίγυμνος Απόλλωνας, με λαμπερό γαλάζιο ένδυμα, κείτεται εξαρχής στο επάνω μέρος της εικαστικής εγκατάστασης, ανασηκώνεται αργά, αγγίζει τη χορδή του τόξου του και ένας βαθύς, υπόκωφος ήχος διαπερνά τον χώρο. Λίγο αργότερα, ο Θάνατος κινεί τις ίδιες χορδές. Οι δύο κόσμοι μοιάζουν να επικοινωνούν μέσα από έναν κοινό παλμό, σαν η ζωή και ο θάνατος να αποτελούν δύο όψεις της πραγματικότητας.
Η παράσταση επιχειρεί να αναδείξει τη συνύπαρξη των δύο Κόσμων του έργου. Του ρεαλισμού και της ποίησης, του πικρού σαρκαστικού χιούμορ και της αγωνίας του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο.
Η « Άλκηστις» είναι για εμάς ένα αδυσώπητο, κυνικό δράμα που γελά σαρκαστικά και η παράσταση του Δημήτρη Καραντζά μια ξεχωριστή εμπειρία, υπολογίζοντας ότι τα αρχαία ελληνικά δράματα είναι πέραν γεωγραφικού στίγματος και πέραν χρονολογικού προσδιορισμού. Είναι διαχρονικά και πανανθρώπινα. Άρα, υπάρχει μια βασική ηθική ομπρέλα που διέπει την ανθρωπότητα – την ίδια την ύπαρξη του θνητού ανθρώπου.
Σαν κατακλείδα, να θέσω το ερωτηματικό: Τι χωρίζει μια θεατρική καινοτομία από μια
σύγχρονη, μοντέρνα πρόταση; Μα, το ύψος του ρίσκου στο άλμα. Αρκεί να σταθεί συγκροτημένο και αρτιμελές. Αν είναι και γοητευτικό, ακόμα καλύτερα.
Είναι η περίπτωση της παράστασης του Δημήτρη Καραντζά με την παραγωγή του Εθνικού θεάτρου «Άλκηστις», όπου τίποτα δεν ήταν εύκολο ή τυχαίο.
Η σύνδεση του καινούργιου με το παραδοσιακό, ο σεβασμός του παλιού με την ελευθερία του νέου, το ήθος της αισθητικής και το ύφος του στυλιζαρίσματος, είναι τα υλικά πάνω
στα οποία δούλεψε ο σκηνοθέτης με το κλιμάκιο του Εθνικού θεάτρου.
Το αποτέλεσμα έχει φρεσκάδα και χάρη. Σαν να φύσηξε ένα αεράκι και μας δρόσισε. Όχι, φυσικά όλους. Υπήρξαν και αντιρρήσεις. Θεμιτό.
Συντελεστές
Απόδοση – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
Σύμβουλος δραματουργίας: Γκέλυ Καλαμπάκα
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική – Ηχητικές κατασκευές: Παναγιώτης Μανουηλίδης
Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια
Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα
Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνα Κάλτσιου
Βοηθός φωτίστριας: Μαριέττα Παυλάκη
Βοηθός ενδυματολόγου: Δήμητρα Σταυρίδου
Παίζουν (αλφαβητικά)
Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης: Φέρης
Δήμητρα Βλαγκοπούλου: Υπηρέτρια
Γιώργος Ζυγούρης: Ηρακλής
Ηρώ Μπέζου: Άλκηστις
Γιάννης Νιάρρος: Άδμητος
Κώστας Νικούλι: Απόλλων
Αινείας Τσαμάτης: Υπηρέτης
Θεοδώρα Τζήμου: Θάνατος
Χορός
Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος-Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ



