«Σταθμός Ω» του Γιώργου Χριστοδούλου, σε περιοδεία από το Εθνικό Θέατρο!
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Η συμμετοχή του Γιώργου Χριστοδούλου, ως ηθοποιός, στην περίφημη παράσταση του Στάθη Λιβαθινού «Ιλιάδα» του Ομήρου, πιστεύω ότι ήταν μια δυνατή εμπειρία γι ΄αυτόν, ένα ακόμη «σχολείο» και είχε ως αποτέλεσμα την έμπνευση για να γράψει ο ταλαντούχος πολυσχιδής καλλιτέχνης ένα σύγχρονο έργο, βασισμένο στη Ραψωδία Ω της Ιλιάδας. Ένα έργο έμπλεο ποιητικών εικόνων, διδακτικών μηνυμάτων από την άδικη στοχοποίηση «διαφορετικών» της εγκλωβισμένης κοινωνίας στα σκουριασμένα στερεότυπα, που καταλήγει στη συγχώρεση, ως ψυχική λύτρωση – κάθαρση.
Το έργο δε βασίζεται σε μία συγκεκριμένη πραγματική ιστορία, αλλά αντλεί στοιχεία από πολλά περιστατικά που έχουν συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία.
Αυτό το πολυεπίπεδο κείμενο, ο Δημήτρης Τσικούρας το έκανε εμπνευσμένη, ευρηματική, σύγχρονη παράσταση για το Εθνικό Θέατρο, το οποίο την περιοδεύει στην ενδοχώρα., σε συνεργασία με διάφορα ΔΗΠΕΘΕ. Ήρθε και στο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ!
Με άξονα τον κοινωνικό προβληματισμό γύρω από τη βία, τη σιωπή, τη διαφορετικότητα, τη συνενοχή και τη συγχώρεση, η εν λόγω – ευέλικτης κλίμακας – παραγωγή, εντάσσεται στις δράσεις δικτύωσης της Πρώτης Σκηνής της χώρας, που επιχειρεί σε συνεργασία με ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., δήμους και άλλους τοπικούς φορείς , να μεταφέρει την καλλιτεχνική δημιουργία πέρα από τα στενά όρια του αστικού κέντρου και να καλλιεργήσει τη Γλώσσα της Αποκέντρωσης.
Η παράσταση θα ολοκληρώσει τη διαδρομή της την άνοιξη του 2026, στην Πλαγία Σκηνή του Κτηρίου Τσίλλερ.
Το έργο αντλεί έμπνευση από τη ραψωδία Ω της Ιλιάδας, με τον Πρίαμο να γονατίζει μπροστά στον Αχιλλέα, ικετεύοντας για το σώμα του Έκτορα. Από αυτόν τον αρχαίο πυρήνα γεννιέται μια σύγχρονη αφήγηση, που θέτει στο επίκεντρο τη συλλογική συνενοχή, την απώλεια, την ανάγκη για κάθαρση, την αναγκαιότητα της μνήμης– αλλά και την κρίσιμη πράξη της συν-χώρεσης.
«Σκέψου τον πατέρα σου, Αχιλλέα…»
Με αυτή τη φράση, ο Πρίαμος σπάει την άμυνα του ήρωα. Ο Αχιλλέας δε βλέπει πλέον έναν εχθρό, αλλά έναν πατέρα που υποφέρει, όπως θα υπέφερε και ο δικός του πατέρας, ο Πηλέας. Οι δύο άνδρες κλαίνε μαζί, αναγνωρίζοντας την κοινή ανθρώπινη μοίρα.
Στο έργο του Γιώργου Χριστοδούλου συναντάμε μια σύγχρονη ιστορία. Σε ένα ελληνικό χωριό, ένας νέος άνθρωπος ανοιχτά ομοφυλόφιλος – διαφορετικός στα μάτια της τοπικής κοινωνίας – εξαφανίζεται. Ο πατέρας του βρίσκεται αντιμέτωπος με την απώλεια, την αδιανόητη σιωπή, την ομοφοβική βία, που καλύπτεται πίσω από την «κανονικότητα», και τελικά με τον ίδιο του τον εαυτό. Στέκεται απέναντι σε εκείνον που του στέρησε το παιδί του, ζητώντας την αλήθεια, ζητώντας ένα σώμα που λείπει.
Ο πατέρας και μια στενή του φίλη ξεκινούν μια επίπονη αναζήτηση της αλήθειας, η οποία σταδιακά οδηγεί στην αποκάλυψη ενός εγκλήματος.
Στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, πέντε πρόσωπα συναντιούνται επί σκηνής και, με αφετηρία ένα έγκλημα, ανοίγουν έναν κοινό τόπο αφήγησης, θύμησης, ερωτημάτων και αντιπαραθέσεων. Μέσα από μύθους, έθιμα και αλληγορίες, επιχειρούν να διεισδύσουν στο πυρήνα της ανθρώπινης συνθήκης και να αναζητήσουν τι μπορεί να σημαίνει στ’ αλήθεια να συν-χωράμε, στον ίδιο τόπο, όλοι, όλες και όλα μαζί.
Καλοί ηθοποιοί, «έξυπνη» σκηνοθεσία που αναδεικνύει την κλασική αφηγηματική δύναμη του ομηρικού έπους σε μια σύγχρονη παράσταση, πλημμυρισμένη από ενέργεια, με την ιστορία να εκτυλίσσεται σε ένα λιτό σκηνικό.
Ο Δημήτρης Τσικούρας κατάφερε να παρουσιάσει μια δράση «βουτηγμένη» στο θέατρο. Ζήτησε από τους ηθοποιούς να εμπιστευτούν τις δυνάμεις τους και από τους θεατές να εμπιστευτούν τη φαντασία τους. Γιατί, με πόσους τρόπους μπορείς να φωτίσεις τη διαφορά ανάμεσα στον αθάνατο και τον θνητό σε μια φρέσκια συνθήκη, κάπου στην Επαρχία ;
Οπότε, επέλεξε να εντάξει στη δική του προσέγγιση στο έργο του Γιώργου Χριστοδούλου, παγανιστικές τελετές – εξορκισμός στο κακό – και παραδοσιακές μουσικές, που δεν είναι απλώς μια αισθητική απόφαση, αλλά μια βαθιά κατάδυση στο συλλογικό ασυνείδητο, προσδίδοντας έτσι μια ιδιαίτερη δυναμική στην 24η Ραψωδία, ώστε να μετατραπεί το ομηρικό έπος σε μια σύγχρονη σπουδή πάνω στην απώλεια.
Ο σκηνοθέτης, λογαριάζει τη μουσική του Γιώργου Στεφανακίδη ως «Γέφυρα» με το πριν και το μετά, οπότε η παραδοσιακή μουσική (μοιρολόγια, αρχέγονοι ρυθμοί), λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και στον κόσμο των απόντων.
Ο πατέρας που αναζητά τον γιο του δεν επικοινωνεί πλέον με τη λογική. Η μουσική εκφράζει το «άρρητον», αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί με λέξεις.
Στο έπος του Ομήρου, ο θρήνος (γόος) των γυναικών της Τροίας και οι τελετουργικές ιαχές ήταν ο μόνος τρόπος να διαχειριστεί η κοινότητα το κενό που άφησε ο Έκτορας.
Στον «Σταθμό Ω» του Γιώργου Χριστοδούλου, οι παγανιστικές αναφορές – γουνοπροβιές, κουδούνες, μάσκες – υπογραμμίζουν ότι η απώλεια ενός παιδιού είναι ένα γεγονός που ξεπερνά τον πολιτισμό και τους νόμους. Είναι κάτι σαν επιταγή της φύσης.
Η χρήση τελετουργικών κινήσεων μετατρέπει την αναζήτηση από μια «αστυνομική έρευνα» σε μια ιερή αποστολή. Ο πατέρας γίνεται ένας ιερέας του πόνου του κι όπως στην αρχαία τραγωδία η τελετή βοηθά τον θεατή (και τον πατέρα-ήρωα) να διοχετεύσει την οργή και την απόγνωση σε κάτι μορφοποιημένο, ώστε να μην τρελαθεί από την αβεβαιότητα, έτσι κι εδώ έρχεται η «κάθαρσης» στο γράμμα Ω, το τελευταίο της αλφαβήτου, στην 24η ( τελευταία) ραψωδία, η οποία συμβολίζει το οριστικό φινάλε, τον θάνατο, αλλά και την ολοκλήρωση.
Στον «Σταθμό Ω» το τέλος είναι ο τόπος, όπου η αναμονή συναντά την αλήθεια.
Ο Γιώργος Χριστοδούλου στο κείμενό του και ο Δημήτρης Τσικούρας στη σκηνοθεσία του, φαίνεται να υποστηρίζουν ότι στην αναζήτηση ενός χαμένου προσώπου, ο πατέρας πρέπει να περάσει μέσα από «μυητικές» δοκιμασίες (σαν παγανιστική μύηση) για να φτάσει στην αποδοχή της μοίρας.
Η Ραψωδία Ω είναι ο συγκλονιστικός επίλογος της Ιλιάδας. Μετά την άγρια βία των προηγούμενων βιβλίων, εδώ κυριαρχεί η ανθρωπιά, η λύτρωση και ο κοινός ανθρώπινος πόνος κι έδωσε την έμπνευση για να χτιστεί αυτή η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου από σημαντικούς συντελεστές.
Η σκηνοθεσία αντιμετωπίζει τη σκηνή όχι ως τέντα του Αχιλλέα, αλλά ως έναν μη-τόπο, έναν σταθμό, ενώ χρησιμοποιεί τον χρόνο ως εργαλείο πίεσης, κάνοντας τη συνάντηση Πατέρα – θύτη να μοιάζει με μια μοιραία σύγκρουση δύο κόσμων, που δεν έχουν πια τίποτα να χάσουν.
Τα σκηνικά αντικείμενα (Γιάννης Θεοδωράκης) είναι ελάχιστα, επιτρέποντας στον θεατή να εστιάσει στο πρόσωπο, στις κινήσεις και στον λόγο. Κεντρικό ρόλο παίζει ένα γκράφιτι σε έναν παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, ενώ το γράμμα Ω παραπέμπει ευθέως στην πηγή έμπνευσης, την Ιλιάδα.
Οι νέοι ηθοποιοί με εξασκημένα σώματα, με πνεύμα και μυαλό σε ετοιμότητα να δεχτούν ερεθίσματα, ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις κειμένου και σκηνοθεσίας.
Η Σωματικότητα και ο ρυθμός στις ερμηνείες των πέντε καλών ηθοποιών (μεταξύ τους και ο σκηνοθέτης) , οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα η μουσική που προαναφέραμε και τα κοστούμια της Αλεξάνδρας Σταμάτη, συμβάλλουν στην επιτυχή ολοκλήρωση τους εγχειρήματος.
Συμπερασματικά, μια ομοφοβική επίθεση δεν αποτελεί απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό βίας, αλλά μια ανοιχτή πληγή στο σώμα της δημοκρατίας.
Η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, μας υπενθυμίζει ότι η σιωπή απέναντι στην αδικία ισοδυναμεί με αποδοχή. Η μετάβαση από μια κοινωνία φόβου σε μια κοινωνία συμπερίληψης απαιτεί την ενεργή συμμετοχή όλων μας: την κατάρριψη των στερεοτύπων, την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και, πάνω από όλα, τον αδιαπραγμάτευτο σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού ή άλλης «διαφορετικότητας».
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τσικούρας (Τσικ)
Σύμβουλος δραματουργίας: Αρίστη Τσέλου
Σκηνικά: Γιάννης Θεοδωράκης
Κοστούμια: Αλεξάνδρα Σταμάτη
Μουσική: Γιώργος Στεφανακίδης
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτη: Ξένια Ταμπούρλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Ενισλίδου
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ζωή Κουσάνα, Παναγιώτης Παντέρας, Στέφανος Πίττας, Δημήτρης Τσικούρας (Τσικ), Αλεξάνδρα Χασάνι
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ




