Η σουρεαλιστική «Φαύστα» του Μποστ στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, σε σκηνοθεσία Τάσου Πυργιέρη!
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
«Φαύστα». Κωμωδία τραγική ή τραγωδία κωμική, μιούζικαλ ή μονόπρακτο, έργο πολιτικό ή σκηνικό ανώδυνο παιχνίδισμα, σίγουρα, πάντως, μια ανελέητη σάτιρα των μικροαστών, γραμμένη το 1965 σε δεκαπεντασύλλαβο, μια γροθιά στα μούτρα του καθωσπρεπισμού, ένα ολόχαρο παιχνίδι παλιομοδίτικο αλλά αγαπησιάρικο, με άλματα, αιχμές και υπαινιγμούς στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Και για όλα αυτά, έργο κλασικό.
Το κείμενα του Μποστ είναι μια μοναδική δωρεά, διαχρονική και αενάως ανανεώσιμη ελληνική δροσοπηγή στην υπηρεσία της αφύπνισης γενεών του λαού μας. Να, γιατί τον αγαπήσαμε τον ιδιαίτερο Μποστ. Μας είπε ποιοι είμαστε, ποιες είναι οι αμαρτίες μας και μας έδειξε τη γελαστική διέξοδο στα αδιέξοδά μας. Το γέλιο λυτρώνει. Είναι μεταφυσική δύναμη κι όταν βγαίνει από έναν λιγόλογο δημιουργό, τότε ανασταίνει.
Ο Μποστ ανάστησε το νεκρό παιδί της συλλογικής μας αθωότητας. Με ευθυβολία, με κύματα ζωής, με συναρπαστικά ευρήματα. Με τα γλωσσικά του κατορθώματα κομμάτιασε την ψευδεπίγραφη σοβαρότητα αρκετών ορθολογιστών. Με τα σχέδια και τα κείμενά του, μας αξίωσε να μετέχουμε στο νόημα μιας ευφρόσυνης συνωμοσίας.
Ο Τάσος Πυργιέρης με σκιτσογραφική αισθητική ζωγραφίζει, μέσα από την αυθεντική «μποστικολαλιά», όλα όσα «πήραμε λάθος» και, ωστόσο, επιμείναμε να «μην αλλάξουμε ζωή». Μας παίρνει απαλά και μας μεταφέρει με εγκαρδιότητα στον στόχο του, που είναι το μάθημα της αγωγής της ψυχής, μέσω υπερ- θεάματος.
Η σκηνοθεσία του εφευρετική, ανατρεπτική, σαρκαστική, με εύστοχες αναφορές που
υπονομεύουν κοινωνικές νοοτροπίες ή απλά υπογραμμίζουν σημερινές
καταστάσεις. Ευρηματικά, σπαρταριστά έδωσε στη Φαύστα το
σχήμα της δικής του ματιάς. Πήρε το έργο, του έδωσε χρώμα, ρυθμό με μουσικές και τραγούδια, του έδωσε σύγχρονες προεκτάσεις, όπως συμπερίληψη , οικεία μουσικά ακούσματα κι απελευθέρωσε το γέλιο, απογείωσε την παράσταση και μας απογείωσε.
Η «Φαύστα» είναι ένα ιδιόμορφο έργο της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, ιδιαίτερα αγαπητό στο πλατύ κοινό. Ο συγγραφέας πήρε την ιδέα του έργου του από ένα σκίτσο του, στο οποίο ένα σκυλόψαρο έφαγε κάποιο παιδί που κολυμπούσε. Αυτό το μικρό κορίτσι ξαναβρίσκεται με τους γονείς του έπειτα από είκοσι χρόνια, βγαίνοντας από την κοιλιά τού κήτους, το οποίο ψαρεύει ο μανιώδης ψαράς πατέρας.
Το Ριτσάκι, λοιπόν, ένα τετραετές κορίτσι, χάνεται από προσώπου γης μέρα-μεσημέρι, ενώ έχει ξεκινήσει το ψάρεμα με τον πατέρα της. Κάπου εδώ ξεκινάει και το έργο. Ή και όχι. Μέσα στο σαλόνι μιας αστικής οικογένειας του 19ου αιώνα, ο Μποστ προσκαλεί τον θεατή να δει τις επιπτώσεις του «πολιτισμού» στον βίο και τα έργα του ανθρώπου.
«Κορίτσια βρίσκεις άφθονα. Η κόρη μεν γεννάται
Αλλά χωρίς τον σύζυγον δυσκόλως αποκτάται.»
Μετά από μία αποτυχημένη προσπάθεια να βρουν το κοριτσάκι τους οι γονείς του, Γιάννης και Φαύστα, επιστρέφουν σπίτι, ως ένας σύζυγος-πατέρας, φύλακας των αξιών και τροφοδότης του σπιτιού και μια σύζυγος-μητέρα, συμπαραστάτης και πάντα σε ετοιμότητα προς αναπαραγωγή.
Άνθρωποι, δηλαδή, που επιστρέφουν πάντα στο νοικοκυριό τους.
Αυτό το νοικοκυριό θα ταράξει και ο συγγραφέας συθέμελα, προσγειώνοντας εντός του ένα τεράστιο ψάρι. Μέσα από αυτό θα ξεπηδήσει και η απολεσθείσα κόρη. Η φύση εισβάλει μέσα στον πολιτισμό. Εισβάλει άγρια και μαζί της φέρει τα θηρία της.
Επιστρέφοντας στους ζωικούς νόμους, γάτες πεινασμένες θα κατασπαράξουν το νεοαφιχθέν μέλος της οικογένειας, διότι μύριζε αφόρητα ψαρίλα και ωκεανό. Η οικογένεια θα βυθιστεί εκ νέου σε πένθος.
Η παραγωγή φτιάχνει ένα «ακριβό» πλεκτό φωνών πάνω στους ομοιοκατάληκτους στίχους της «Φαύστας» κι οι θεατές κοινωνούμε ένα μουσικό αφιέρωμα για την «οικογένεια» αλλά και ένα θέαμα μιας «τραγωδίας τρομεράς», γεμάτο δάκρυα και γέλια.
Ο ευφυής Τάσος Πυργιέρης έχει μελετήσει σε βάθος τον Μποστ κι έχει αντιληφθεί πλήρως ότι ο σατιρικός συγγραφέας διαθέτει το γλωσσικό αισθητήριο που του επιτρέπει ν’ ανιχνεύει τη λαϊκότητα εκεί όπου βρίσκεται και όχι εκεί όπου τη φαντάζεται – ας πούμε – ο μέσος, ημιδιαφωτισμένος και ημιμαθής διανοούμενος αστός, ο οποίος λαμβάνει την πνευματική τροφή του από μια παραπαίουσα και ημιμαθή παρα- δημοσιογραφία.
Κατανόησε ο σκηνοθέτης ότι ο Μποστ, με το προσωπείο τού εικονοκλάστη της γλώσσας, κρύβει στο βάθος μια ορθόδοξη προοπτική κι έναν αριστοκράτη λόγιο, που βρέθηκε ξαφνικά σε μια χώρα πνευματικής, υποχρεωτικής, διά νόμου μάλιστα, πτωχευτικής διολίσθησης των πάντων, προς τα κάτω.
Οπότε, η εικαστική εγκατάσταση της Ελίνας Δράκου, οι φωτισμοί της Στέβης Κουτσοθανάση με τη βοήθεια του Γιώργου Σπηλιόπουλου και η εξαίσια μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη, οι ερμηνείας όλων των ηθοποιών και η σκηνοθετική αρχιτεκτονική δίνουν στο κοινό μια «Φαύστα» ανατρεπτική, παιγνιώδη, απλωμένη σ’ ένα γοητευτικό γλωσσικό «κιτάπι» στα όρια του υπερρεαλισμού που, όμως, με κοινό παρονομαστή τον ρυθμό του δεκαπεντασύλλαβου οργανώθηκε σκηνικά και παραστατικά, σε ένα υπέροχο αποτέλεσμα.
Σε συνέντευξή του ο σκηνοθέτης δήλωσε χαρακτηριστικά: «Υπάρχουν επτά τραγούδια που ο συγγραφέας δεν υποδεικνύει αν θα πρέπει να απαγγελθούν ή να τραγουδηθούν. Με τον Θέμη Καραμουρατίδη επιλέξαμε να κάνουμε ένα ποτ – πουρί που διατρέχει την ελληνική μουσική, από την οπερέτα και το ρεμπέτικο μέχρι σημερινούς ήχους. Άλλωστε, πρόκειται για καινούργιες δημιουργίες. Έχει τις προϋποθέσεις ενός μιούζικαλ, όχι όμως την έκτασή του. Είναι χορογραφημένο και συμμετέχουν όλοι οι ρόλοι, ωστόσο, κάθε τραγούδι έχει το δικό του ύφος.
Να επισημάνω ότι οι ηθοποιοί είναι και πολύ καλοί τραγουδιστές.
Πέρα από τα τραγούδια υπάρχει και η μουσική επένδυση.
Ο Μποστ κάνει ένα αστείο σε τέσσερις διαφορετικές γλώσσες, στο οποίο επαναλαμβάνεται το “ιστορία τραγική που είδατε παιγμένη” σε ψεύτικα γαλλικά, ψεύτικα αγγλικά, ψεύτικα ιταλικά και ψεύτικα γερμανικά. Αυτό με οδήγησε σε ψευδοτραγούδια όπως το γαλλικό που θυμίζει Εντίθ Πιάφ, το ιταλικό που θυμίζει το ελαφρύ ρεπερτόριο του ’70 και το γερμανικό, που ήθελα να θυμίζει λίγο καμπαρέ και Λιλή Μαρλέν. Ήθελα η μουσική να είναι ένα κλείσιμο του ματιού σε πάρα πολλά πράγματα».
Έξοχη «Φαύστα» σε έκφραση, σε μπρίο και σε αυτοσαρκασμό, αλλά και στο τραγούδι η Τζίνη Παπαδοπούλου, επιβεβαιώνει το έκτακτο θεατρικό της ένστικτο και παρωδεί την υποκριτική με την υποκριτική.
Κωμικότατος ο μεγαλόστομος «Γιάννης» του Πέτρου Σκαρμέα, ο οποίος παραποιεί με σκωπτική διάθεση το πένθος και πειστικότατο «Ριτσάκι» η Μαριλένα Μόσχου.
Το απρόβλεπτο ζευγάρι «Ιατρού» (Χρήστος Σταθούσης και Ντίνος Γκελαμέρης) απολαυστικό, μια ευρηματική σκαμπρόζικη ιδέα, μία κόμικ εκδοχή της έννοιας συμπερίληψη, ενώ το queer κάδρο συμπληρώνει άριστα ο υιός «Ιατρού» – Δημήτρης Γαλανάκης.
Όσο για τη «Μαριάνθη» της Βασιλικής Δέλιου, κερδίζει άμεσα το κοινό με την αστείρευτη κωμική της φλέβα.
Στη φωνή του Μποστ ακούγεται ο Θάνος Λέκκας.
Αυτή η παράσταση, εν τέλει, είναι ένα μεγάλο πολυπρισματικό κάτοπτρο, που παραποιεί την ήδη παραμορφωμένη εικόνα μας από τον κλασικισμό, τον δημοτικισμό, τον νεωτερισμό, τον συντηρητισμό και ποικίλους άλλους περιορισμούς, που δεν μας επιτρέπουν να ζήσουμε ελεύθερα!
Πρόκειται για μια σαρωτική κωμωδία, βασισμένη στο παράλογο και ασυνάρτητο της πλοκής αλλά και της σουρεαλιστικής συμπεριφοράς των χαρακτήρων που, σε συνδυασμό με τη γλώσσα, καθίσταται μια ξεχωριστή παρωδία και, παρόλα τα χρόνια της, δε μοιάζει καθόλου γερασμένη. Αντιθέτως, κατακτάει κάθε νέα γενιά του ελληνικού θεάτρου.
Τα εύσημα σε όλους τους συντελεστές και δίκαιες οι επευφημίες στην υπόκλιση.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία | Τάσος Πυργιέρης
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση | Θέμης Καραμουρατίδης
Σκηνικά-κοστούμια | Ελίνα Δράκου
Σχεδιασμός φωτισμών | Στέβη Κουτσοθανάση
Συνεργάτης φωτιστής | Γιώργος Σπηλιόπουλος
Φωνητική διδασκαλία | Χρήστος Θεοδώρου
Βοηθός σκηνοθέτη | Σοφία Καστρησίου
Ειδικές κατασκευές | Βασιλική Τσιλιγκρού
Φωτογραφίες | Κωνσταντίνος Λέπουρης
Social media | Social Wave Ath
Trailer | Γιώργος Δασκαλόπουλος
Μακιγιάζ | Σοφία Καραθανάση
Κομμώσεις | Ξένια Μουτέν
Κατασκευή σκηνικού | Χρήστος Χαμζαλάρης
Βοηθός ενδυματολόγου | Παρθενία Τσεκούρα
Οργάνωση παραγωγής | Νίκος Τσαούσης
Διεύθυνση παραγωγής | Άννα Κουρελά
Ηθοποιοί:
Φαύστα | Τζίνη Παπαδοπούλου
Μαριάνθη | Βασιλική Δέλιου
Γιάννης | Πέτρος Σκαρμέας
Ελένη, Κύριος Ιατρού | Χρήστος Σταθούσης
Κύριος Ιατρού | Ντίνος Γκελαμέρης
Ριτσάκι | Μαριλένα Μόσχου
Νέος (υιός Ιατρού) | Δημήτρης Γαλανάκης
Στη φωνή του Μποστ ακούγεται ο Θάνος Λέκκας
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ




