Πολιτισμός

Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος: «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» στο θέατρο της Ε.Μ.Σ. Θεσσαλονίκης

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το δίδυμο Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος αποτελεί το «χρυσό πρότυπο» καλλιτεχνικής συνεργασίας στην Ελλάδα. Η χημεία τους ήταν τόσο σπάνια που κατέληξαν να γράφουν σαν ένας άνθρωπος, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε «αστική κωμωδία».

Η συνεργασία τους δεν ήταν απλώς μια μοιρασιά ιδεών και σκέψεων, αλλά μια πλήρης ταύτιση. Λέγεται ότι ο Σακελλάριος αφουγκραζόταν τον κόσμο στα καφενεία, στους δημόσιους χώρους και μάζευε υλικό, ύστερα κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλο και «πετούσαν» ατάκες. Ο Σακελλάριος ήταν συνήθως ο πιο ορμητικός και πληθωρικός, ενώ ο Γιαννακόπουλος ήταν ο μεθοδικός, αυτός που «φίλτραρε» το χιούμορ και έδινε δομή.

Πολλά από τα έργα τους γράφτηκαν με τον έναν να περπατάει στο δωμάτιο και να υπαγορεύει, ενώ ο άλλος κρατούσε σημειώσεις, διορθώνοντας ταυτόχρονα τον ρυθμό της ατάκας.

Είχαν καταφέρει κάτι αδιανόητο για δημιουργούς: δεν τους ένοιαζε ποιος βρήκε την καλύτερη ατάκα. Το «Εγώ» είχε υποχωρήσει μπροστά στο «Εμείς».

Και οι δύο αγαπούσαν τον καθημερινό άνθρωπο, τις αδυναμίες του και τη γλώσσα του δρόμου. Δεν προσπαθούσαν να κάνουν «υψηλή τέχνη», αλλά αληθινό θέατρο.

 Ο Σακελλάριος ήταν ο εξωστρεφής σκηνοθέτης και στιχουργός, ο Γιαννακόπουλος ήταν η ήρεμη δύναμη, πιο χαμηλών τόνων αλλά με κοφτερό πνεύμα. Αριστεροί και οι δυο, αλλά χορτάτοι, καθότι ευτραφείς. Αλλιώς κατεβάζει ιδέες ο χορτάτος κι αλλιώς ο πεινασμένος. Το μυαλό ζητάει φαγητό για να γεννήσει πνεύμα, ενώ άλλοι λιμασμένοι έκαναν βουτιά στη ανάγκη, όπερ σημαίνει: στη φάκα ζωντανό δίποδο, τετράποδο, σε κλουβί ή αδέσποτο και «Θε’ μου συγχώρα με”.

Έγραψαν μαζί πάνω από 200 έργα. Αυτός ο όγκος δουλειάς τούς ανάγκασε να βρουν έναν αυτοματοποιημένο τρόπο συνεργασίας που δεν άφηνε περιθώρια για καβγάδες.

Το συγκεκριμένο έργο που επέλεξε να ανεβάσει ο Σταμάτης Φασουλής στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, αφορά την περίοδο που η Ελλάδα ήταν μια χώρα με νωπές πληγές, όπου:

Η καχυποψία ήταν καθημερινό φαινόμενο.

Η λογοκρισία και ο έλεγχος των φρονημάτων ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Η φτώχεια πίεζε τη μεσαία και χαμηλή τάξη.

Οι Σακελλάριος και Γιαννακόπουλος, όντες ευφυείς παρατηρητές, χρησιμοποίησαν το γέλιο ως «φάρμακο», για να εκτονώσουν την ένταση της εποχής, δείχνοντας ότι μέσα σε κάθε σπίτι υπήρχε ένας μικρός «εμφύλιος» πάνω από ένα πιάτο φαγητό.

«Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1946 από τον Θίασο Κοτοπούλη στο θέατρο Rex, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη.

«Η κωμωδία είναι λυτρωτική και μάλιστα είναι η μοναδική που έχει γραφτεί για τα Δεκεμβριανά! Πρόκειται για ένα διαχρονικό έργο! Ένα πραγματικό διαμάντι»! λέει ο σκηνοθέτης Σταμάτης Φασουλής.

 Θα περίμενε κανείς έναν κάποιο εκμοντερνισμό, μια αναγωγή στο σήμερα, επειδή ο διχασμός και η πόλωση υφίστανται σε υπερθετικό βαθμό στις μέρες μας, σαφώς και εξαιτίας της μεγέθυνσης που δίνουν τα ηλεκτρονικά Μέσα Ενημέρωσης, στο όποιο γεγονός, άξιο ή ανάξιο λόγου. Αλλά ο σκηνοθέτης προτίμησε ν’ αφήσει τη οσμή της ναφθαλίνης να πλανάται πάνω στα λόγια, στα κοστούμια, στα υπονοούμενα, στα ολοφάνερα αλληλομαχαιρώματα, αλλά και στα φθαρμένα έπιπλα και στα παλιομοδίτικα κοστούμια.

 Και καλά έκανε, γιατί αλλιώς, θα ρήμαζε την αυθεντικότητα του πρωτοτύπου. Επί πλέον, τι νόημα θα είχε , ας πούμε, η εμφάνιση μιας κοπελιάς είτε υπηρέτριας είτε χειραγωγημένης ακτιβίστριας από την αριστερά ή τη δεξιά, με νεύρα κουρέλι και σπασμωδικές εκφράσεις εν μέσω πολιτικής, εμπρηστικής συζήτησης ανδρών, περί εθνικοφροσύνης ή αντιστασιακών κινήσεων, εάν κατέθετε η γυναίκα με μορφασμούς ότι με καθυστέρηση δέκα ημερών, εμφανίστηκαν λαχανιασμένα, αναστατωμένα, αδικαιολόγητα, βιαστικά κι ανεξήγητα τα ματωμένα ρούχα της, που δεν χτυπήσανε κουδουνάκι, περάσανε μόνο την πόρτα γλοιώδικα, θανατερά και αν, με οργίλο μάτι που έσταζε ειρωνεία, κοίταζε με νόημα πότε τον αριστερό γιο, πότε τον δεξιό και πότε τον σοκαρισμένο πατέρα;

Μια άλλη προσέγγιση, θα μπορούσε να εμπνευστεί μια φρέσκια οδό που, ίσως, έφερνε και τα νιάτα στο θέατρο. Αλλά αυτό το μπαστάρδεμα, που πολλοί σημερινοί σκηνοθέτες στον βωμό της μεταμοντέρνας άποψης κουρελιάζουν τα παλαιά κλασικά έργα, θα δημιουργούσε σύγχυση και, γιατί όχι, προσβολή στο αυθεντικό.

 Οπότε, πάμε παρακάτω, έτσι όπως ήρθαμε.

Σ’ ένα λαϊκό σπίτι, η οικογένεια Βούλγαρη φωτίζει κάθε μικρό κενό στην υπόθεση «Δεκεμβιανά». Ο κυρ Παντελής προσπαθεί να βάλει σε τάξη το σπίτι του, το χωρισμένο στην Αριστερά από τον γιο του Κώστα και στη Δεξιά από τον άλλο γιο, τον Σταύρο.

Με τη σύζυγό του Αθηνά προσπαθούν να εξομαλύνουν την κατάσταση. Τα άλλα πρόσωπα, η Φρόσω που τραγουδά, ο πολιτοφύλακας και εθνοφύλακας ταυτόχρονα, η Φωφώ, η Πιπίτσα και ο φίλος κυρ Σωτήρης, προσπαθούν να βοηθήσουν με τον δικό τους τρόπο. Όλοι έχουν χωριστεί στα δύο. Μπορεί να αλλάξει άραγε αυτό; Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής προσθέτει στο φινάλε ένα δικό του κείμενο που δίνει απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Πειστική απόδοση του θεατρικού κειμένου στην εν λόγω παράσταση και, κυρίως, της ατμόσφαιρας της εποχής. Μολονότι η πλοκή εκτυλίσσεται σε μία από τις τραγικότερες περιόδους της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας, το έργο διακωμωδεί τις καταστάσεις με σχεδόν αριστοφανικό τρόπο και οι ηθοποιοί καταφέρνουν, με την ερμηνεία τους, να αναπαραστήσουν γλαφυρότατα την σύγχυση και την αντιπαλότητα που δημιούργησε ο εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική κοινωνία.

Ο πατέρας, ο πολύπαθος κυρ Παντελής, που υποδύεται εξαιρετικά ο Σταμάτης Φασουλής, παλεύει να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στους δύο γιους του, οι οποίοι βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ο ένας υποστηρίζει σθεναρά τη μία παράταξη, ενώ ο άλλος αγωνίζεται στο πλευρό της άλλης.

Ο ίδιος είναι παγιδευμένος στην ανασφάλεια που κερνούσε η περίοδος με τους διαχωρισμός και τη διχόνοια. Και το δείχνει απολαυστικά: Τρέμει μην μπλέξει με την αστυνομία ή την πολιτική.

Πιστεύει ότι αν βρει έναν «μπάρμπα στην Κορώνη» (ένα μέσο), θα λύσει το πρόβλημά του.

Αγανακτεί με την ακρίβεια και τη διαφθορά, αλλά στο τέλος, πληρώνει αυτός το «νόμισμα».

 Ωστόσο, οι συγκρούσεις των παιδιών του είναι έντονες, οι απόψεις τους αδιαπραγμάτευτες και ο ίδιος ο κυρ Παντελής γίνεται έρμαιο των δυο πλευρών, αναγκασμένος να ταλαντεύεται, ας πούμε ισόποσα, μεταξύ των δύο κόσμων, ισορροπώντας με μαεστρία ανάμεσα στο χιούμορ και στη συγκίνηση.

Με τη γνωστή εκφραστικότητα και σκηνική του παρουσία, ο Σταμάτης Φασουλής, ζωντανεύει έναν χαρακτήρα που παλεύει με τις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της εποχής. Κάθε του κίνηση και παύση είναι μελετημένη, αποδεικνύοντας τη δουλειά που προηγήθηκε της ερμηνείας.

Η μητέρα, Ελένη Καστάνη, μοιάζει να ζει σε μια φτιαχτή πραγματικότητα. Με την αφέλειά της βλέπει τα πάντα μέσα από έναν πιο φωτεινό και αισιόδοξο φακό. Η στάση της, ίσως κάπως υπερβολική, δεν είναι μόνο μια ασπίδα προστασίας από την αγριότητα των γεγονότων, αλλά και ένας τρόπος να κάνει την καθημερινότητα πιο ανεκτή, πιο υποφερτή.

Η παράσταση, ωστόσο, ισορροπεί επιτυχώς ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα, προσφέροντας γέλιο και συγκίνηση στους θεατές, έστω κι αν απουσιάζει η νεολαία από την αίθουσα.

Η Δέσποινα Πολυκανδρίτου ενσαρκώνει ήσυχα τον ρόλο της Φρόσως, της οικιακής βοηθού της οικογένειας. Αυθεντικά αποδίδει την αθωότητα του χαρακτήρα, ενώ με το τραγούδι της μεγεθύνει την ικανοποίηση του κοινού.

Τους δύο γιους τής οικογένειας, που βρίσκονται σε αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα, ερμηνεύουν πειστικά ο Απόστολος Καμιτσάκης (Σταύρος – δεξιός) και ο Γιώργος Βουρδαμής (Κώστας – αριστερός). 

 Από την μία, ο Καμιτσάκης αποδίδει με στιβαρότητα και εσωτερική ένταση τον Σταύρο, μεταφέροντας στην πλατεία τον συντηρητισμό και την ανάγκη του χαρακτήρα του για τάξη και σταθερότητα.

Από την άλλη, ο Βουρδαμής, ζωντανεύει με πάθος και ευαισθησία τον Κώστα, που πιστεύει σε έναν πιο δίκαιο κόσμο.

Και οι δύο ηθοποιοί δημιουργούν μια δυναμική αντίθεση που μεγαλώνει την ένταση της παράστασης, ενώ οι συγκρούσεις τους στη σκηνή είναι εντυπωσιακές με την αληθοφάνειά τους.

«Η ελευθερία του Σταύρου τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Κώστα. Και η ελευθερία του Κώστα τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Σταύρου». Το μότο του κυρ – Παντελή.

Ο Γιώργος Δεπάστας είναι ο Σωτήρης, ο σταθερός, καλός φίλος του πατέρα. Με την ήρεμη παρουσία του λειτουργεί ως αγγελιοφόρος της οικογένειας, φέρνοντας άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα νέα.

Ο Γιώργος Κορομπίλης υποκρίνεται αξιέπαινα τον Πολιτοφύλακα και τον Εθνοφύλακα, δύο ρόλους που αποτελούν τις δύο όψεις του αυτού νομίσματος. Με κάθε αλλαγή στο χαρακτήρα του φέρνει στο φως τις αντιφάσεις και τις αντιπαραθέσεις της εποχής, ωστόσο, οι ρόλοι φαίνονται τόσο παρόμοιοι και, ταυτόχρονα, τόσο διαφορετικοί.

Αντίστοιχα, η Μαρία Καραβά είναι απολαυστική και ως Φωφώ – Ελασίτισσα, και ως Πιπίτσα – Εθνικίστρια. Με την καλοδουλεμένη αλλαγή στην εκφραστικότητα, φανερώνει τη δυναμική των δύο εντελώς αντίθετων χαρακτήρων, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα και έντονα αντιφατική σκηνική εικόνα.

Όσοι έζησαν ή μελέτησαν την εποχή αυτή, γνωρίζουν ότι στα γεγονότα που συμβαίνουν και διακωμωδούνται στο έργο έχουν εν πολλοίς λάβει χώρα : οικογένειες χωρισμένες στα δύο, έχθρες και μίση μεταξύ συγγενών και πρώην φίλων, εξορίες, μάχες δρόμο με δρόμο στην Αθήνα, έφοδοι σε σπίτια αντιφρονούντων και απαγωγές εκατέρωθεν, όπλα που εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν, πολίτες που κρύβονταν από τον φόβο έκτροπων από τους αντιφρονούντες.

Όλα έχουν συμβεί και η παράσταση, εντός ορίων και όπως πρέπει για σατιρική κωμωδία. Πρόκειται για μία ικανοποιητική προσέγγιση καταστάσεων, σε μία τόσο άθλια και τραγική περίοδο της Ελληνικής ιστορίας, στη σκηνή του θέατρου της Ε.Μ.Σ.

Οι δύο συγγραφείς έχουν μεταφέρει ευφυώς την επικαιρότητα της μεταπολεμικής εποχής στο έργο τους, καθώς η δυσάρεστη πραγματικότητα ενός λαού αντικατοπτρίζεται στους τέσσερις τοίχους μιας μικροαστικής εστίας , που κι αυτή έχει μοιραστεί στα δύο, όπως και όλη η Ελλάδα.

Τα σκηνικά και κοστούμια του Πάρι Μέξη, στη φόρμα των απλοϊκών αστών, σ’ ένα σπίτι επιπλωμένο με ό,τι φοράει η εποχή.

Οι τέσσερις τοίχοι του σπιτιού αντικατοπτρίζουν ολόκληρη την πολύπαθη χώρα, σε μια ακόμη πικρή περίοδο, εφόσον ήταν ξανά μοιρασμένη στα δύο.

Το έργο δείχνει πώς η μεγάλη πολιτική ιστορία εισβάλλει βίαια στην ιδιωτική ζωή και διαλύει τους οικογενειακούς δεσμούς.

Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής Σταμάτης Φασουλής έχει κατανοήσει σε βάθος ότι οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος δεν ήθελαν να κάνουν πολιτική καθοδήγηση. Ήθελαν να δείξουν ότι ο Έλληνας, ανεξαρτήτως παράταξης, είναι θύμα μιας κακής οργάνωσης του κράτους.

Παρόλο που τα γεγονότα είναι δραματικά, οι συγγραφείς χρησιμοποιούν το χιούμορ ως μέσο εκτόνωσης και κριτικής. Το έργο χαρακτηρίζεται ως «λυτρωτικό» γιατί επιτρέπει στον θεατή να δει με μια πιο ψύχραιμη ματιά τα πάθη του παρελθόντος, ενώ δεν παίρνει το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς. Αντίθετα, εστιάζει στον «μέσο άνθρωπο» (τον κυρ-Παντελή), ο οποίος παγιδεύεται σε καταστάσεις που δεν ελέγχει. Το μήνυμα είναι βαθιά συμφιλιωτικό, αναδεικνύοντας τον παραλογισμό του διχασμού.

Το έργο παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς υπενθυμίζει τις συνέπειες της πόλωσης και τη διαχρονική ανάγκη για ενότητα και η σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλής, έξυπνη, με γρήγορους ρυθμούς και καλή ενορχήστρωση όλων των δυνάμεων επί σκηνής, κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο να παρακολουθείς, απλώς, ηθοποιούς να λένε τα λόγια τους και στο να νιώθεις ότι γίνεσαι μέρος ενός ολόκληρου κόσμου, που μετατρέπεται σε ενσυναίσθηση.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το πώς το δίδυμο Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου διαχειρίστηκε το δίπολο Δεξιά-Αριστερά, ειδικά στις δεκαετίες ’50 και ’60, όπου τα πάθη του Εμφυλίου ήταν ακόμα νωπά και η λογοκρισία αυστηρή.

Η προσέγγισή τους γέννησε αυτό που λέμε «ανθρωποκεντρική σάτιρα», με κεντρικό άξονα τον Κυρ-Παντελή, τον μέσο μικροαστό Έλληνα, που προσπαθεί να επιβιώσει ανάμεσα στις συμπληγάδες των ιδεολογιών και η παράσταση του Σταμάτη Φασουλή το αποτυπώνει με ακρίβεια.

«Η Δεξιά η Αριστερά και ο κυρ-Παντελής» είναι το δεύτερο έργο μιας άτυπης τριλογίας, που περιλαμβάνει την κωμωδία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», που γράφτηκε την περίοδο του Εμφυλίου και την «Ανώμαλη προσγείωση» που ανέβασε για πρώτη φορά το θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και μετέπειτα, στη δεκαετία του ’60, την παρουσίασε ο θίασος του

Λάμπρου Κωνσταντάρα με τον τίτλο «Υπάρχει και φιλότιμο», ενώ μεταφέρθηκε αργότερα με μεγάλη επιτυχία και στον κινηματογράφο.

 Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής

Σκηνικά – Κοστούμια: Πάρις Μέξης

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Ηχητικός σχεδιασμός: Αντώνης Παπακωνσταντίνου

Βοηθός σκηνοθέτη: Αιμιλία Καραντζούλη

Βοηθός σκηνογράφου: Μέλπω Κασαπίδου

Βοηθός ενδυματολόγου: Ελευθερία Πέτροβα

Ευχαριστούμε θερμά τη σκηνογράφο και ενδυματολόγο Γεωργίνα Γερμανού για την υποστήριξή της.

Φωτογραφίες παράστασης: Γιώργος Καβαλλιεράκης

Διεύθυνση καλλιτεχνικού προγραμματισμού & επικοινωνίας: Ελίνα Λαζαρίδου lazaridou@a-th.gr

Τμήμα Επικοινωνίας: Όλγα Κομνηνού okomninou@a-th.gr : Ιωάννα Ζωζέφα Πέγκου izpegkou@a-th.gr

Δημόσιες Σχέσεις: Μαργαρίτα Μαρμαρά mmarmara@dpgroup.gr

Διανομή

Σταμάτης Φασουλής

Ελένη Καστάνη

Γιώργος Δεπάστας

Δέσποινα Πολυκανδρίτου

Γιώργος Βουρδαμής

Απόστολος Καμιτσάκης

Γιώργος Κορομπίλης

Μαρία Καραβά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Back to top button