«Ήλιος με ξιφολόγχες» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη στο ΚΘΒΕ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ήταν τέλη Ιουνίου 1931 και ο εμπρησμός του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ, έμεινε στην ιστορία σαν το πιο βίαιο επεισόδιο αντισημιτικής επίθεσης στην Ελλάδα.
Δεν ήταν το μόνο τραγικό συμβάν, καθώς και το 1927 μία μεγάλη πυρκαγιά στη Θεσσαλονίκη είχε απολογισμό 50.000 Εβραίων πυροπαθών. Ένα τμήμα τους στεγάστηκε στο μεταγενέστερο (1927) συνοικισμό Κάμπελ, που στόχο είχε να καλύψει τμήμα των πυροπαθών.
Τη νύχτα της 29ης Ιουνίου 1931, μέλη της εθνικιστικής (αντισημιτικής και αντικομμουνιστικής) οργάνωσης «Εθνική ΄Ενωσις “Η Ελλάς”» επέδραμαν και πυρπόλησαν τον συνοικισμό, δολοφονώντας τους Λεωνίδα Παπά και Λεόν Βιδάλ και τραυματίζοντας πολλούς άλλους.
Μετά την πυρπόληση του Κάμπελ, η περιοχή πέρασε στο ελληνικό δημόσιο και σ’ αυτήν εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής. Ο οικισμός πήρε το όνομα του Ναυάρχου Βότση, λόγω του κατορθώματός του να βυθίσει το τουρκικό πολεμικό Φετίχ Μπουλέντ, μέσα στο Θερμαϊκό κόλπο κατά την περίοδο του Α’ Βαλκανικού πολέμου.
Βασική θέση της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, όπως έχει αποτυπωθεί σε πολλές δημόσιες ομιλίες, είναι ότι μέχρι να φτάσουμε στο Ολοκαύτωμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπήρξε μία κλιμακούμενη πορεία με την άνοδο του αντισημιτισμού, του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας, όπου οι φορείς αυτών των αντιλήψεων την δούλευαν με συνέπεια, έχοντας σημαντική υποστήριξη από εφημερίδες και φορείς.
Κατασκοπευτική πλοκή, ατμόσφαιρα Μεσοπολέμου, πολιτικές έριδες και διαμάχες, βιομήχανοι, αριστοκρατία, φτώχεια, υπόκοσμος, χαφιέδες και ρουφιάνοι, νταλαβερτζήδες της μιζέριας και της εσχάτης παρακμής, σε μια πολυφυλετική βουερή πόλη, που βράζει σαν ηφαίστειο λίγο πριν εκραγεί, με δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής με τις προσωπικές τους τραγωδίες να συμπληρώνουν την απόλυτη εξαθλίωση του δεύτερου μέρους του κατατρεγμού τους, εξαιτίας της πατρίδας που δεν ήταν όπως ήλπιζαν. Ένα ανθρωπομάνι εξαθλιωμένων, όπου στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου – σε έναν θανατηφόρο αγώνα επιβίωσης και επιβολής, στη σκηνή του θεάτρου της ΕΜΣ.
Η παράσταση του ΚΘΒΕ μάς μεταφέρει στη μαγική Θεσσαλονίκη του 1931, σε μια πολυπολιτισμική, όμορφη και, ταυτόχρονα, σκοτεινή, διχασμένη και εύθραυστη πόλη.
Οι θεατές παρακολουθούμε ένα πολιτικό δράμα με έντονα αστυνομικά στοιχεία, από το οποίο δεν απουσιάζει το συναίσθημα και ο ρεαλισμός. Στη σκηνή φαίνεται ξεκάθαρα το πολιτιστικό μωσαϊκό που αποτελούσε η Θεσσαλονίκη όπου, την εποχή που μας μεταφέρει το έργο, συμβαίνουν σημαντικά ιστορικά γεγονότα.
Πρόκειται, για μια δυνατή περιήγηση σε περασμένες δεκαετίες, που άφησαν αμυδρά τα σημάδια τους μέσα από μνήμες και αφηγήσεις στις επόμενες γενιές. Μια μυθοπλαστική προσωπική ιστορία που διασταυρώνεται με την πραγματική Ιστορία της Θεσσαλονίκης στα μαύρα χρόνια του μεσοπολέμου.
Μεσοπόλεμος, πρώτο εξάμηνο του 1931. Ο ταγματάρχης Γόρδιος Κλήμεντος, επικεφαλής της αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη, αναλαμβάνει να «ενοποιήσει τις πεποιθήσεις» στη γοητευτική πόλη που σπαράσσεται από συγκρούσεις: εθνικιστές εναντίον αριστερών και Εβραίων, βενιζελικοί κατά βασιλικών, τροτσκιστές κατά κομμουνιστών, 140.000πρόσφυγες, κομιτατζήδες, παρακρατικοί, πράκτορες ξένων δυνάμεων, απεργίες και δολοφονίες. Όλοι εναντίον όλων. Ο ταγματάρχης, που υποφέρει και από ένα ανεξέλεγκτο ερωτικό πάθος, προσπαθεί να κρατήσει τις αρχές του στον απελπισμένο αγώνα του να ελέγξει τη δυναμική των γεγονότων, που ωστόσο καταλήγουν, τον Ιούνιο του ’31, στην πρώτη μεγάλη επίθεση κατά των Ισραηλιτών στην Ευρώπη του 20ού αιώνα: στο πογκρόμ και στον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ.
Η Ελένη Ευθυμίου χτίζει ένα «βρώμικο», τολμηρό και ομιχλώδες τοπίο, που θυμίζει κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα με σασπένς, βία και σεξ.
Η γραφή του Γιώργου Σκαμπαρδώνη είναι στιβαρή, με έντονο το στοιχείο της ντοπιολαλιάς και της εποχής, όπου χρειάζεται, χωρίς όμως να γίνεται κουραστική η παράσταση.
Η διαρκής κίνηση του πολυπρόσωπου θιάσου στο εξαιρετικό και άκρως λειτουργικό σκηνικό της Ευαγγελίας Κιρκινέ, το απλωμένο ανισόπεδα από τη μια ως την άλλη άκρη του παλκοσένικου, δεν επιτρέπει στάση, «κοιλιά» όπως λέμε, ενώ η διασκευή δίνει την ευκαιρία στη σκηνοθέτρια να αναπαραστήσει μικρά αποσπάσματα του βιβλίου, ταυτόχρονα με την αφήγηση.
Ένας πυρακτωμένος ποντικός γίνεται η αφορμή για μια πυρκαγιά σε μια συνοικία προσφύγων.
Ο ταγματάρχης Γόρδιος Κλήμεντος, στην προσπάθειά του να εξιχνιάσει τα αίτια της φωτιάς, ανακαλύπτει μια γιάφκα – και ένα θαμμένο πτώμα. Καθώς ερευνά, βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στη σκοτεινή πλευρά μιας πόλης που βράζει. Παράλληλα, σε ανύποπτο χρόνο, το αυγό του φιδιού εκκολάπτεται ήσυχα, σταθερά –η αρχή των φασιστικών μορφωμάτων είναι πλέον γεγονός.
Ο ταγματάρχης προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο καθήκον και την επιθυμία, καθώς φλέγεται από το πάθος του για την Ντανιέλ, μια γυναίκα διαφορετική, «μια Ουτοπία επιθυμητή κι αβάσταχτη, εκτός χρόνου, εντελώς ασύμβατη με τη γύρω του πραγματικότητα». Ώσπου μια μέρα, ο συνοικισμός του Κάμπελ γίνεται στάχτη και χαράσσεται ανεξίτηλα μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της πόλης.
Ο συγγραφέας, υπαινίσσεται μομφή σε όλους εμάς τους σημερινούς πολίτες που αναλωνόμαστε διαρκώς σε εμφυλιακού τύπου έριδες και, μάλιστα, εν καιρώ ειρήνης.
Γι’ αυτό και το ιστορικό τοπίο διαδραματίζει εξίσου σημαντικό ρόλο στο έργο, με το έγκλημα που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ως ιδανικός ντετέκτιβ ‒αφού η αστυνομία είχε το βλέμμα στραμμένο σε αλλότριες υποθέσεις‒ ο ταγματάρχης πρωταγωνιστής του, όταν στο υπόγειο ενός καμένου σπιτιού ανιχνεύεται σε προχωρημένη σήψη το πτώμα ενός Εβραίου μυστικού συνεργάτη της υπηρεσίας του Γόρδιου, μαζί με φυλλάδια κομμουνιστικών οργανώσεων, προκηρύξεις και χρυσές λίρες.
Η αναζήτηση των δραστών φέρνει τον ταγματάρχη κοντά στο πιο μεγάλο και διάσημο πορνείο των Βαλκανίων, στις παρυφές του κέντρου της πόλης, και σε μια σειρά από μυστικούς πράκτορες, σε παράνομες οργανώσεις, σε καταδότες, φιλόδοξους επαναστάτες και προδότες, ανάλογα με την οπτική που υιοθετεί ο καθείς.
Κυρίως, όμως, αυτό από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει ο ήρωας – σε τούτο το παράδοξο, ελληνικής κοπής νουάρ – δεν είναι μόνο οι άδηλοι ή φανεροί πρωταγωνιστές της Θεσσαλονίκης, αλλά και ο καταιγιστικός του έρωτας για τη μοιραία Ντανιέλ, που δίνει την αφορμή στον συγγραφέα να επιδοθεί σε ένα κρεσέντο αισθησιακών περιγραφών που ενέχουν όχι μόνο σωματικά αρώματα αλλά και παράδοξες, φετιχιστικές τελετουργίες, όπως το κόψιμο των νυχιών της αγαπημένης του που ο ερωτευμένος ταγματάρχης εκτελεί με την ακρίβεια ενός μύστη.
Ακούμε από τους αφηγητές περιγραφές για τα οδυνηρά γεγονότα που σημάδεψαν τη Θεσσαλονίκη της μπελεπόκ. Οι κεντρικοί ήρωες και οι ηρωίδες είναι επινοημένοι, όσο και η δράση τους. Ορισμένα περιστατικά έχουν χρονικώς αντιμετατεθεί.
Τα πραγματικά πολιτικά πρόσωπα που εμπλέκονται στην αφήγηση με αλλοιωμένα ή όχι ονόματα, πράττουν, κινούνται και μιλούν αυθαίρετα, ώστε να εξυπηρετήσουν την ανέλιξη της ιστορίας.
Η δράση τους εν προκειμένω είναι πειραματική, όπως και όλη η εξιστόρηση, η οποία είναι μια μισοφανταστική λογοτεχνική εκδοχή, μια αίσθηση για το πώς ενδεχομένως έγιναν όλα. Που σημαίνει ότι τα βασικά συμβάντα καταγράφονται στις εφημερίδες της εποχής, αλλά στην αφήγηση ενυπάρχει το ποιητικό αυταπόδεικτο.
Η Ελένη Ευθυμίου, ως σκηνοθέτρια, και οι κύριοι Γιώργος Σκαμπαρδώνης και Δημήτρης Ζάχος, ως συν-διασκευαστές του λογοτεχνικού κειμένου σε θεατρική απόδοση, ζωντανεύουν – αφηγηματικά περισσότερο, παρά εικαστικά ή δραματικά – τη Θεσσαλονίκη του 1931, ώστε η παράσταση λειτουργεί σαν μαθητεία στο κοινό, σαν να παίρνει το ενιαίο σύνολο της πολυπρόσωπης δράσης και της ατμοσφαιρικής κατάθεσης εικόνων τον θεατή από την αίθουσα και να τον καθιστά αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα, σεργιανώντας τον σε κάθε γωνιά, φανερή κι απόμερη της πόλης που βρίσκεται σε παροξυσμό και αναζήτηση ταυτότητας, μέσα από μια λυσσαλέα ιδεολογική αντιπαράθεση όπου όλα τα ενδεχόμενα κρατούνται ανοιχτά, ανεξέλεγκτα, απειλητικά.
Οι ηθοποιοί του κρατικού φορέα ερμηνεύουν τους ρόλους και, ταυτόχρονα, μοιράζονται την αφήγηση κι αυτή η επιλογή είναι μια ισχυρή σκηνοθετική τάση που μεταμορφώνει την εμπειρία του θεατή. Δεν μπορώ και δεν πρέπει να ξεχωρίσω κάποιους από το δουλεμένο θίασο, επειδή θα αδικήσω τους άλλους. Γνωρίζουμε καλά πλέον, ότι οι εργάτες του θεάτρου που υπηρετούν το Κρατικό είναι ταλαντούχοι, διαθέτουν υποκριτική δεινότητα, σκηνική παρουσία, εύστοχες εναλλαγές ρόλων στο αυτό πρόσωπο, είναι καλλίφωνοι και, συνήθως, έχουν άριστη χημεία μεταξύ τους, ώστε η απόδοσή τους στη σκηνή είναι ισόποση. Τα εύσημα σε όλους.
Επειδή το « Ήλιος με ξιφολόγχες» είναι λογοτεχνικό βιβλίο που μεταφέρεται στο θέατρο, η διασκευή είναι μεγάλη και σοβαρή υπόθεση. Στην περίπτωση, οι τρεις διασκευαστές του κειμένου κατέφυγαν στο δίπολο αφήγηση από όλα τα πρόσωπα και, ταυτόχρονα, δραματοποίηση σκηνών.
Εδώ, αντί για έναν κεντρικό πρωταγωνιστή αφηγητή έχουμε μια συλλογική φωνή.
Όταν η ιστορία περνά από «πολλά στόματα» παύει να είναι η υποκειμενική αλήθεια ενός μόνο ατόμου, εφόσον κάθε αφηγητής προσθέτει τη δική του χροιά, συναίσθημα ή οπτική γωνία.
Ο θεατής καλείται να συνθέσει τα θραύσματα της αφήγησης για να βρει τη δική του αλήθεια, αντί να την πάρει «έτοιμη».
Ακόμη, η εναλλαγή των φωνών δημιουργεί έναν εσωτερικό μουσικό ρυθμό στην παράσταση.
Έτσι, η παράσταση έχει ταχύτητα, η αφήγηση γίνεται «σκυταλοδρομία» κρατώντας την προσοχή μας σε εγρήγορση, θαρρείς παρακολουθούμε Αρχαίο Χορό, καθώς δημιουργείται η αίσθηση ότι η ιστορία δεν αφορά έναν ήρωα, αλλά μια ολόκληρη κοινωνία.
Οι θεατές κερδίζουμε μια δημοκρατική και πολυδιάστατη εμπειρία. Η ιστορία παύει να είναι μια διάλεξη ή μια ανάλυση βιβλίου και γίνεται ένα ζωντανό, συλλογικό γεγονός.
Άλλωστε, στον Μπρεχτ, το μοίρασμα της αφήγησης σε «πολλά στόματα» δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή, αλλά ένα από τα βασικά εργαλεία του Επικού Θεάτρου.
Ο στόχος του δεν είναι να μας παρασύρει συναισθηματικά, αλλά να μας κάνει να σκεφτούμε κριτικά.
Συμβαίνει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, έτσι όπως σκηνοθετήθηκε από την Ελένη Ευθυμίου, αφού πρώτα μορφοποιήθηκε η συνεργασία στη διασκευή του βιβλίου, με τους Δημήτρη Ζάχο και τον συγγραφέα Γιώργος Σκαμπαρδώνη.
Το κλείσιμο του έργου είναι εξαιρετικά φορτισμένο, καθώς η προσωπική μοίρα του ήρωα ταυτίζεται με τη μοίρα της πόλης, που καταρρέει μέσα στη βία.
Το φινάλε δεν είναι «ηρωικό» με την κλασική έννοια. Είναι ένα μελαγχολικό κλείσιμο που αντικατοπτρίζει το τέλος μιας γκρίζας εποχής για τη Θεσσαλονίκη. Στην τελευταία στιχομυθία του Υπουργού Θάννα με τον Ταγματάρχη, ο υπουργός παραδέχεται: «Είμαστε θύματα κι εμείς της εποχής μας. Συνεχίζουμε τον δρόμο του πεπρωμένου»
Δημιουργούν εικαστικούς πίνακες οι διατάξεις των ηθοποιών στη σκηνή, καθώς αφηγούνται και ερμηνεύουν ρόλους γύρω από τον κύριο άξονα της ιστορίας, τον ταγματάρχη Γόρδιο Κλήμεντο, που τον ερμηνεύει ο Ορέστης Παλιαδέλης, με την αυστηρότητα του ένστολου αξιωματικού του στρατού, αλλά και την ευαισθησία ενός ερωτευμένου άνδρα.
Ο συγγραφέας επέλεξε ευφυώς να «βαφτίσει» τον ταγματάρχη με τα ονόματα «Γόρδιος» στο «μικρό», συμβολίζει το σύμπλεγμα ζοφερών καταστάσεων που κινείται και παλεύει ο άνδρας να φέρει μια κάποια ισορροπία και με επίθετο το «Κλήμεντος», όνομα του Επισκόπου Αγκύρας, ο οποίος υπέστη παντοειδείς και φρικώδεις βασανισμούς επὶ αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284 – 305 μ.Χ.) και αυτοκράτορα Μαξιμιανού (285 – 305 μ.Χ.).
Το σύνολο αυτού του πλήθους που γεμίζει τη σκηνή, ντυμένου με τα θαυμάσια κοστούμια εποχής από την Ευαγγελία Κιρκινέ, κινείται σύμφωνα με τις οδηγίες του Τάσου Παπαδόπουλου και το βίντεο (Δημήτρης Ζάχος) συμβάλλει στην τεκμηρίωση της αφήγησης, πλάι στη ζωντανή των ηθοποιιών.
Σ’ έναν χρονικό ορίζοντα που δεν ξεπερνά το πρώτο εξάμηνο του 1931 ζούμε αμέτρητα γεγονότα, ανθρώπινες καταστάσεις και τραγωδίες, παράλληλα με μια ερωτική περιπέτεια αλλόκοτη και εξωφρενικά αντιφατική για την εποχή της, που μοιάζει σαν να ρίχνει η Ζωή Μολυβδά Φαμέλη τους φωτισμούς της στο παρόν αλλά και στο μέλλον.
Εξαιρετικοί φωτισμοί, σαν ταξίδι στον ζόφο μιας εποχής, ανείπωτα αδυσώπητης. Τη μουσική επιμέλεια της παραγωγής ανέλαβε η σκηνοθέτρια Ελένη Ευθυμίου.
Αν δούμε την παράσταση του ΚΘΒΕ από το χρονικό παρατηρητήριο του 2026, τόσο από τη σκοπιά των συντελεστών που το αναπαριστούν θεατρικά, όσο και από τη μεριά του αποδέκτη – κοινού που το κοινωνεί, δε θα ήταν δύσκολο να συνδέσουμε το 1931 με το σήμερα. Το ρευστό μωσαϊκό του ζωντανού προσκηνίου και του μυθικού παρασκηνίου, οι διαμάχες και ο αναβρασμός, η φτώχια, οι πολιτικές ξιφομαχίες και η ξιφολόγχη, ως σύμβολο του πολεμοχαρούς εθνικισμού, αντανακλά έμμεσα την Ελλάδα της δεκαετίας του 2010.
Ο σημερινός θεατής δεν σεργιανάει απλώς μέσα στα κύματα μιας φουρτουνιασμένης Θεσσαλονίκης του μεσοπολέμου, αλλά βλέπει τεθλασμένα την εποχή μας, όπου η κρίση έφερε στην επιφάνεια τις ακρότητες της πολιτικής ζωής και των διαπροσωπικών σχέσεων.
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών
Συντελεστές
Θεατρική διασκευή: ΕλένηΕυθυμίου – ΓιώργοςΣκαμπαρδώνης – ΔημήτρηςΖάχος
Σκηνοθεσία – Μουσική: ΕλένηΕυθυμίου
Σκηνικά – Κοστούμια: Ευαγγελία Κιρκινέ
Βίντεο: ΔημήτρηςΖάχος
Κίνηση: ΤάσοςΠαπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή ΜολυβδάΦαμέλη
Συνεργάτιςμουσικός: Σοφία Καμαγιάννη
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Μαριάννα Αβραμάκη, Σοφία Μπλέτσου
Β΄ ΒοηθόςΣκηνοθέτη: ΠαναγιώτηςΜατζίρης
Βοηθόςσκηνογράφου – ενδυματολόγου: Λήδα ΣιμιώταΕλΤζαγιούσι
Οργάνωσηπαραγωγής: ΜαριλύΒεντούρη
Φωτογραφίες: MikeRafail | Thatlongblackcloud
Διανομή
Μαριάννα Αβραμάκη – Πόρνη, Αφηγήτρια
Ιορδάνης Αϊβάζογλου – Σωτήρης Κλάδης, Αφηγητής
Ελένη Δημοπούλου – Κλάρα Μελισσηνού, Αφηγήτρια
Ελένη Θυμιοπούλου – Φρόσυ, Κυρία Σωματάρχου, Αφηγήτρια
Στέλιος Καλαϊτζής – Άλκης Πέτσας, Αφηγητής
Νάσος Κρέτσης – Εσατζής, Μουσικός, Ασφαλίτης, Αφηγητής
Δημήτρης Μορφακίδης – Ιωάννης Στρίγκος, Δαμιανός Νεστορίδης, Αφηγητής
Χρυσή Μπαχτσεβάνη – Ντανιέλ Μελισσηνού, Αφηγήτρια
Σοφία Μπλέτσου – Σόνια, Πόρνη, Αφηγήτρια
Δημήτρης Ναζίρης – Ιατροδικαστής, Ζάχος Σιρβιλής
Χρίστος Νταρακτσής – Αρμένης, Ααρών Σιμπή, Αφηγητής
Ορέστης Παλιαδέλης – Γόρδιος Κλήμεντος
Γρηγόρης Παπαδόπουλος – Σπινθήρ, Μήτσος Ζώρας (Κιρκινέζι), Αφηγητής
Σοφιανός Πεσιρίδης – Φίλιππος Γιαννάς, Μουσικός, Αφηγητής
Βασίλης Σπυρόπουλος – Κύρος Μελισσηνός, Τζέκι, Αφηγητής
Φωτεινή Τιμοθέου – Συντάκαινα, Κατίνα Παξιμαδά, Βιργινία Δέλτα, Αφηγήτρια
Γιάννης Τσεμπερλίδης – Ρένος Κουλοχέρης, Μουσικός, Αφηγητής
Κωνσταντίνος Χατζησάββας – Αλέξανδρος Θάννας, Αφηγητής
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ




