«Έξι Πρόσωπα Ζητούν Συγγραφέα» του Λουίτζι Πιραντέλλο
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Η θεατρική ομάδα ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ – Τμήμα Ενηλίκων του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελευθερούπολης παρουσιάζει το σπουδαίο έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο «Έξι Πρόσωπα Ζητούν Συγγραφέα», σε απόδοση και σκηνοθεσία της Βάγιας Παπαποστόλου, Στο «Φρίξος» Παπαχρηστίδης» Ελευθερούπολης.
Πόσα πάθη, λάθη και αμαρτήματά τους οι άνθρωποι δε λένε, πόσα αποσιωπούν! Και πόσα μπορεί να ομολογήσουν κρυμμένοι πίσω από μια «μάσκα», με την οποία θαρρούν ότι φαίνονται άλλοι απ’ ό,τι είναι! Αυτή η αλήθεια, που καταμαρτυρεί την αδυναμία και φοβία του ανθρώπου απέναντι, όχι μόνον στους άλλους, αλλά προπαντός απέναντι στο ίδιο του το «είναι» -τη φύση του, την ψυχή και τη συνείδησή του, την κοινωνική του υπόσταση και θέση- υπήρξε ο «πυρήνας» όλων των έργων του Πιραντέλλο.
Ο Πιραντέλλο μετάγγισε όλη τη δραματουργία με το, κατά βάθος οδυνηρό, δραματικό έως και τραγικό «παιχνίδι» του «είναι» και του «φαίνεσθαι».
Η «μετάγγιση» αυτή έγινε αριστουργηματικά στο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα». Έξι πρόσωπα, βυθισμένα σε ένα οικογενειακό, υπαρξιακό, ηθικοκοινωνικό δράμα, δράμα ανομολόγητο, έως ότου, εισβάλλοντας σε μια σκηνή θεάτρου, όπου ένας σκηνοθέτης και ο θίασος, υποτίθεται ότι κάνουν πρόβα στο φανταστικό πιραντελλικό έργο «Το παιχνίδι των ρόλων», διεκδικούν τη σκηνική αυτοαποκάλυψη του δράματός τους.
Αυτό που γοητεύει έναν σύγχρονο σκηνοθέτη και τον προτρέπει, υποθέτω, να ανεβάσει τα «έξι πρόσωπα» έναν αιώνα μετά τη συγγραφή τους, δεν είναι τόσο η φιλοσοφική άποψη του συγγραφέα που ο ιδεαλιστικός υποκειμενισμός του (το είναι και το φαίνεσθαι) έχει αρκούντως αναλυθεί ακόμα και αμφισβητηθεί.
Αυτό που παραμένει πάντα δελεαστικό είναι το παιχνίδι των ρόλων και των μεταμορφώσεων, οι άπειρες δυνατότητες της σκηνής, η ίδια η τέχνη του θεάτρου, οι κώδικες και η ανατροπή της θεατρικής σύμβασης που το έργο σε ωθεί να ερευνήσεις. Πραγματικότητα και θεατρική μίμηση. Το επίπεδο της σκηνής αντιπαραβαλλόμενο στο επίπεδο της ζωής κάνει αισθητή την ύπαρξη διαφόρων εκδοχών της αλήθειας.
Η Βάγια Παπασποστόλου, προφανώς, εμβριθής γνώστης της πιραντελλικής δραματουργίας, κάνει μια σπουδαία σκηνική δημιουργία με αυτό το πικρό, αλληγορικό, άκρως γοητευτικό έργο.
Το πιο διάσημο και ριζοσπαστικό έργο του Ιταλού συγγραφέα, γράφτηκε το 1921 και άνοιξε νέους δρόμους στο σύγχρονο ευρωπαϊκό δραματολόγιο. Είναι το κορυφαίο δείγμα μεταθεάτρου (θέατρο εντός θεάτρου), όπου καταργείται η παραδοσιακή θεατρική σύμβαση και διερευνάται η ίδια η ουσία της τέχνης, η αλήθεια και η ανθρώπινη ύπαρξη.
Κατά τη διάρκεια της πρόβας ενός άλλου έργου του Πιραντέλλο από έναν θίασο, έξι άγνωστοι άνθρωποι (ο Πατέρας, η Μητέρα, η Προγονή, ο Γιος, το Αγόρι και το Κοριτσάκι) εισβάλλουν στη σκηνή. Ισχυρίζονται ότι είναι λογοτεχνικοί χαρακτήρες που γεννήθηκαν στο μυαλό ενός συγγραφέα, ο οποίος όμως στην πορεία τούς εγκαταλείπει, αρνούμενος να γράψει την ιστορία τους.
Τα «Πρόσωπα» ζητούν απεγνωσμένα από τον Θιασάρχη και τους ηθοποιούς να παίξουν το δικό τους δράμα —μια σκοτεινή, μελοδραματική ιστορία οικογενειακής αιμομιξίας, ντροπής και θανάτου— ώστε να μπορέσουν να «ζήσουν» και να ολοκληρωθούν ως υπάρξεις.
Τα έξι πρόσωπα είναι τραγικά καταδικασμένα να βιώνουν συνεχώς το ίδιο αδιέξοδο. Συμβολίζουν τις κρυφές ανθρώπινες πληγές:
Ο Πατέρας: Ένας διανοούμενος μεσήλικας γεμάτος ενοχές, αλλά και με φιλοσοφική διάθεση να αναλύσει το δράμα του.
Η Μητέρα: Μια φιγούρα σιωπηλού πόνου, προσωποποίηση της μητρικής αγάπης και της απελπισίας.
Η Προγονή: Ένα νέο κορίτσι γεμάτο θυμό και πάθος, που κουβαλά το τραύμα τής εκπόρνευσης.
Ο Γιος: Ένα πικρόχολο, αποστασιοποιημένο αγόρι, που αρνείται πεισματικά να συμμετάσχει στη θεατρική παράσταση.
Τα δύο μικρότερα παιδιά: Ο μικρός γιος και το κοριτσάκι, που λειτουργούν ως τραγικές και αθώες σκιές.
Καθώς τα πρόσωπα αφηγούνται την ιστορία τους ξεδιπλώνουν τις αντικρουόμενες οπτικές τους πάνω σε αυτή, προβάλλοντας τη θεμελιώδη πιραντελλική ιδέα για την υποκειμενικότητα της αλήθειας. Κάθε πρόσωπο κουβαλά το δικό του δράμα που είναι εντελώς διαφορετικό από των άλλων και έχει να αφηγηθεί μια διαφορετική οπτική της κοινής τους ιστορίας. Η ιστορία που μας διηγούνται εν τέλει δεν είναι μία, άλλα πολλές, τόσες όσοι κι οι αφηγητές της, και είναι το περίπλοκο κράμα των διαφορετικών τους οπτικών απέναντι στα γεγονότα.
Ο Πιραντέλλο θολώνει τα όρια ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και την πραγματικότητα. Τα φανταστικά πρόσωπα αποδεικνύονται πιο αληθινά και συνεπή από τους πραγματικούς ηθοποιούς που προσπαθούν να τα υποδυθούν.
Κάθε χαρακτήρας έχει τη δική του εκδοχή για την ιστορία. Αδυνατούν να συνεννοηθούν και να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον, μένοντας εγκλωβισμένοι στη μοναξιά τους.
Το έργο τέχνης έναντι της ζωής: Οι χαρακτήρες είναι αθάνατοι ως ιδέες επειδή είναι “παγωμένοι” στο χρόνο. Αντίθετα, η ζωντανή θεατρική αναπαράσταση τους αλλοιώνει και τους περιορίζει.
Ο Πιραντέλλο διαλύει την τέταρτη τοίχο. Δεν αφηγείται απλώς μια γραμμική ιστορία, αλλά παρουσιάζει την αποτυχία του ίδιου του θεάτρου να αποτυπώσει το απόλυτο ανθρώπινο συναίσθημα. Οι ηθοποιοί αποτυγχάνουν να συλλάβουν την ωμή αλήθεια των χαρακτήρων, με αποτέλεσμα οι πρόβες να καταλήγουν στο χάος και σε ένα τραγικό, ανοιχτό φινάλε που αφήνει πολλά ερωτήματα.
Ο νομπελίστας συγγραφέας , με αριστουργηματικό τρόπο, υφαίνει έναν καμβά πάνω στον οποίο αναπαρίστανται τα αμέτρητα πρωινά και οι ατέλειωτες νύχτες του ασυνείδητου αλλά και του συνειδητού ορίζοντα, που φωτίζει και ελέγχει τις πράξεις της ανθρωπινότητας, το κείμενο πλημμυρισμένο με ποιητικότητα, γοητεία και οδύνη ιχνηλατεί τον όλεθρο, δομώντας και κυριεύοντας τον εσώτερο υπαρκτικό ίσκιο των Προσώπων αυτών, δεμένων σε μια μοίρα αμείλικτη.
Η σκηνοθεσία της Βάγιας Παπαποστόλου έχει τηρήσει εν γένει τις οδηγίες του συγγραφέα, περιπλέκει με ευαισθησία, συνέπεια και γνώση τα δραματουργικά στοιχεία και παροντοποιεί μια παράσταση που στοχεύει στην ανάδειξη του μαγικού κατόπτρου, του πιραντελικού θεάτρου εν θεάτρω, κι ως εκ τούτου, τα δίπολα πραγματικότητα και αυταπάτη, αλήθεια και ψέμα αγκαλιάζουν το ένα το άλλο, αποτυπώνοντας μια ταυτοτική ρευστότητα, μια ερωτική συντεχνία, η οποία παρασύρει εντός της τη ζωή και το θέατρο. Αξιέπαινες οι ερμηνείες όλων των μελών της ομάδας «ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ και η εντυπωσιακά ακριβής η συνεργασία τους στη σκηνή.
Αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο ρεαλισμός του θεάτρου καθίσταται μια συνθήκη δυναμική, που αναδύεται διαμορφώνοντας τη δομή του δράματος, το οποίο διαιρείται δραματουργικά στην «πρόβα» του Θιάσου και την «είσοδο» των έξι Προσώπων. Αυτή η είσοδος διακόπτει την προαναφερόμενη πρόβα, προβάλλοντας έτσι με εύστοχο τρόπο το μετακινούμενο όριο που χωρίζει πρόβα και παρουσία των Προσώπων, δηλαδή ζωή και ψευδαίσθηση.
Οι παραστασιακοί ρυθμοί της πρόβας στηρίζονται στο τοπίο της συνθήκης, τον χρόνο, την κινησιολογία, το κείμενο και τα επιμέρους σημεία. Αρχικά επικρατεί μια άναρχη διασπορά στον χώρο, που άλλοτε επιταχύνεται κι άλλοτε επιβραδύνεται ανάλογα με το δραματικό διακύβευμα και τη σκηνοθετική στόχευση. Σημαντικοί αρωγοί στο σκηνοθετικό όραμα, οι φωτισμοί του Σαράντη Μιντζιρίκη και η κινησιολογία της Κατερίνας Βασιλείου. Όλοι οι συντελεστές, συνεπίκουροι στην επιτυχία της παράστασης. Ειδική μνεία στα προσεγμένα κοστούμια, όπως συμβαίνει σε όλες τις παραστάσεις της ομάδας , και στα άκρως λειτουργικά, ευφάνταστα σκηνικά των: Κάθριν- Καλλιρόης Κατσαούνη και Λένας Λυμπεράκη.
Σκηνοθετικά, θα πρέπει να τονίσω, κυριαρχεί η αγωνία της επερχόμενης παράστασης και η καθημερινότητα των ηθοποιών που εμπλέκεται με την πρόβα του επερχόμενου έργου, το οποίο θα παρουσιάσει ο θίασος. Έτσι, το θέατρο προβάλλει με δραματουργικό τρόπο τον εαυτό του, διασκεδάζοντας τις εντυπώσεις του θεατή, παρουσιάζοντας μια εν θεάτρω πρόβα. Η διείσδυση του κοινού στα άδυτα της πρόβας, ενισχύεται από την έλλειψη αυλαίας ενσωματώνοντας το κοινό στην παραστασιακή δράση.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ




