Πολιτισμός

Παύλου Μάτεσι «Η μητέρα του Σκύλου» από την ομάδα Male Di Luna στο θέατρο «Τ»

Πρόλογος

Στη μεταπολεμική λογοτεχνία, τόσο ο Ταχτσής με το “Τρίτο Στεφάνι” όσο και ο Μάτεσις με τη “Μητέρα του Σκύλου”, έδωσαν τον λόγο στη γυναίκα. Αυτό για μένα ονομάζεται γλωσσικός ρεαλισμός.

Η μητέρα του σκύλου είναι βραβευμένο και πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι. Πρώτη φορά εκδόθηκε το 1990 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και από τότε έχει επανεκδοθεί δεκάδες φορές. Μεταφράστηκε αρχικά στα γαλλικά το 1993 από τον Ζακ Μπουσάρ και σε άλλες γλώσσες. Βραβεύτηκε με το βραβείο της κοινότητας Ελληνοφώνων της Νότιας Ιταλίας το 1998, με το μεγάλο βραβείο των κριτικών το 2000 και το βραβείο Acerbi στην Ιταλία το 2002.

«Η μητέρα του σκύλου» έχει παιχτεί στο θέατρο ως δραματοποιημένο μυθιστόρημα το 2011 στο Εθνικό Θέατρο και στο «Σύγχρονο Θέατρο» το 2014 , ενώ το 2008 παίχτηκε με επιτυχία στην Τσεχία ένας θεατρικός μονόλογος βασισμένος στη «Μητέρα του σκύλου», που έγραψε ο Πάβελ Κόχοουτ.

Υπόθεση

Η ζωή της Ραραού, «μεγάλης φίρμας της επιθεώρησης» όπως η ίδια αυτοσυστήνεται, ζωντανεύει στη σκηνή μέσα από την αναδρομή παρελθοντολογικών εικόνων, μιας κοινωνίας που προσπαθεί να τα «βολέψει» σε συνθήκες ανέχειας. Ο αγώνας της είναι αδιάκοπος κι εκείνη θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να βγει αλώβητη από αυτόν. Ακόμη κι αν χρειαστεί να αποδράσει σε μια δική της πραγματικότητα.

Από την αρχή γίνεται φανερή η ιδιαίτερη σχέση με τη μητέρα της Ασημίνα, καθώς και ο τρόπος που της καθόρισε την πορεία που χάραξε στη μετέπειτα ζωή της. Εκείνη, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τα προς το ζην για τα τρία της παιδιά συνάπτει σχέση με τον εχθρό, έναν Ιταλό, ο οποίος σε αντάλλαγμα παρέχει τρόφιμα για όλη την οικογένεια.

Δίνεται έμφαση στις πληγές της Ελλάδας από τη Γερμανοϊταλική κατοχή, ενώ ταυτόχρονα περιγράφονται σκηνές από ήθη και νοοτροπίες της εποχής: η πείνα, η έφοδος στην αποθήκη με τις πατάτες, η συμπαράσταση στα δύσκολα, τα σπίτια με τις αυλές και τ’ ανοιχτά παράθυρα και η άμεση επικοινωνία μεταξύ τους. Ακόμα, η μικρή Αφροδίτη που πάσχει από φυματίωση, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τις γυναίκες να την κουβαλήσουν στα χέρια πάνω σε μια καρέκλα για χιλιόμετρα, μόνο και μόνο για να αντικρίσει για τελευταία φορά τη θάλασσα.

Όταν έρχεται η απελευθέρωση, η Ασημίνα καλείται να πληρώσει το ακριβό τίμημα μαζί με όλους τους άλλους Έλληνες «δωσίλογους». Την κουρεύουν και τη φορτώνουν σε ένα καμιόνι, διαπομπεύοντάς τη σε ολόκληρη την πόλη. Μετακομίζουν στην Αθήνα όπου η Ραραού παίρνει τη ζωή στα χέρια της, αλλάζει, γίνεται πιο σκληρή, διεκδικητική, επιθετική, αντιδραστική. Μάλιστα, όταν μετά από δεκαετίες ολόκληρες συναντά τον πατέρα της ο οποίος τελικά είχε λιποτακτήσει κι επιζήσει, του απαγορεύει να εμφανιστεί ξανά για να μην χάσει τη σύνταξη. Στην πρωτεύουσα λοιπόν θα κυνηγήσει το όνειρό της να γίνει ηθοποιός. Ονειρεύεται ρόλους πρωταγωνίστριας, αλλά εργάζεται ως κομπάρσα. Μέσα στη φαντασία της, όμως, είναι επιτυχημένη κι ευτυχισμένη.

Ο Παύλος Μάτεσις «ξαναγράφει» σε θεατρική μορφή το αριστουργηματικό του μυθιστόρημα και καταθέτει με το δικό του μοναδικό τρόπο, πότε δηκτικό και πότε χιουμοριστικό, πότε δραματικό και πότε σουρεαλιστικό, την οπτική του, για ένα κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η εμβληματική Ραραού γίνεται το σύμβολο του ανθρώπου που δε θα σταματήσει ποτέ να παλεύει στον καθημερινό στίβο της ζωής.

Η ιστορία της Ραραού, έτσι όπως η ίδια την αφηγείται, είναι ταυτόχρονα η ιστορία της κατοχικής και μεταπολεμικής Ελλάδας. Της Ελλάδας που ποτέ δεν πεθαίνει αλλά και ποτέ δεν ανασταίνεται.

Ο Π. Μάτεσις, στην τελευταία του «απολογία» το 2009, η οποία δημοσιεύτηκε το 2013 στο «ΒΗΜΑ», λέγει χαρακτηριστικά: «Το έργο θέλει τον θεατή κοντά στη σκηνή, αμήχανα κοντά στον ηθοποιό. Ορισμένα κενά στη δράση, επίτηδες αφημένα από τον συγγραφέα, τα συμπληρώνει ο θεατής και γίνεται έτσι συμμέτοχος, συνένοχος στη σύνθεση του έργου. Το βάρος του το φέρει το δρών γεγονός, η δράση, ο μύθος του έργου. Πιστεύω, ως πρωτοπόρα, τα έργα αυτής της χρονικής φάσης προηγήθηκαν της εποχής τους και μάλλον μια νέα συνάντησή τους σήμερα με τον θεατή θα είναι ευπρόσδεκτη αλλά θα μπορούσαν και να επανακριθούν. Προσωπικά τα κρίνω ως δημιουργήματα με υψηλή πνευματικότητα και θεατρικότητα, από τα ισχυρότερα στην Ευρώπη. Έχουν καθιερώσει μέσα στο πραγματικό, και το ονειρικό και το φαντασιακό. Στοιχεία που ο θεατής δέχεται πλέον ως μέρος του πραγματικού. Να μην ξεχνάμε ότι στον θεατρικό λόγο μόνιμα εποπτεύει και ενεδρεύει η μουσική, επειδή ο ήχος είναι η πρώτη ύλη για τον σχηματισμό της λέξης και ο ρυθμός είναι η βακτηρία της. Όσο για τη βιωσιμότητά τους, βλέπω τα πρόσωπα κάθε έργου να λοξοκοιτάζουν τον συγγραφέα τους λέγοντας «άσ’ τον αυτόν, ίσως εμείς να ζήσουμε περισσότερο».

Ο συγγραφέας

Ο Παύλος Μάτεσις είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς. Διακρίθηκε επίσης ως πεζογράφος και μεταφραστής. «Με ύφος βιτριολικό και γλώσσα ευφάνταστη και οξεία μελέτησε τη μικροαστική νοοτροπία και τη βλακεία των ανθρώπινων καταναλωτικών επιδιώξεων. Μελέτησε τους θεσμούς, τις τελετές, τις διαδικασίες – των πάσης φύσεως εξουσιών και απογύμνωσε πολλές συνήθειες από τη γοητεία τού μύθου τους», σύμφωνα με τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο.

Γεννήθηκε στη Δίβρη της Ηλείας στις 12 Ιανουαρίου 1933. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή Βαχλιώτη, μουσική και ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά). Εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος και εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του για να αφοσιωθεί στο θέατρο και τη λογοτεχνία.
Ως ηθοποιός εμφανίστηκε παίζοντας τον Υιό στη «Φαύστα» του Μποστ και τον Αϊνστάιν στην κωμωδία «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» του Κέσελρινγκ. Δίδαξε υποκριτική (1963-1964) στη σχολή Σταυράκου και διετέλεσε βοηθός – δραματουργός στο Εθνικό θέατρο(1971-1973).

Στα ελληνικά γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με το μονόπρακτο θεατρικό έργο «Ο σταθμός», που διακρίθηκε στο διαγωνισμού του θιάσου «Δωδέκατη Αυλαία». Το 1967 ανέβηκε στο θέατρο «Νέας Ιωνίας» του Γιώργου Μιχαηλίδη το έργο του «Τελετή», το οποίο τον προηγούμενο χρόνο είχε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου. Το ίδιο έργο ανέβηκε και στο Εθνικό Θέατρο το 1969, όπως και τα περισσότερα από τα έργα του.

Ακολούθησαν τα έργα: «Βιοχημεία» (1971, Πειραματικό Θέατρο), «Το φάντασμα του κυρίου Ραμόν Ναβάρο» (1973, Εθνικό Θέατρο), «Η ποδοσφαιρική βραδιά της μεγαλειοτάτης» (1973, Θέατρο Διονύσια), «Μικροαστικό δίκαιο» (1983, Θέατρο τού Πειραιά), «Εξορία» (1983, Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο και, 1986, Εθνικό Θέατρο), «Περιποιητής φυτών» (1989, Εθνικό Θέατρο), το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Καρόλου Κουν από τον Δήμο Αθηναίων, και «Προς Ελευσίνα» (1995, Εθνικό Θέατρο).

Στην πρώτη φάση της θεατρικής του δημιουργίας, ο Παύλος Μάτεσις κινήθηκε στο χώρο της σκληρής απομυθοποίησης του ελληνικού μικροαστισμού και στη συνέχεια – με οριακή δημιουργία το «Φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο» – στράφηκε προς μια γραφή που παραπέμπει στο λεγόμενο θέατρο του παραλόγου με σαφείς αναφορές στο έργο του Σάμουελ Μπέκετ.

Στο μεταφραστικό του έργο περιλαμβάνονται θεατρικά έργα των Σέξπιρ, Μπεν Τζόνσον, Αριστοφάνη, Μπομαρσέ, Μολιέρου, Ίψεν, Μπρεχτ, Αρτό, Μρόζεκ, Βιτράκ, Πίντερ, Άρντεν, Ιονέσκο, Αραμπάλ, Όρτον κ.ά.

Στην πεζογραφία πρωτοεμφανίστηκε το 1978 με την συλλογή διηγημάτων «Διηγήματα» και ακολούθησε η νουβέλα «Αφροδίτη» (1988). Ευρύτερα γνωστός έγινε το 1990 με το μυθιστόρημα «Η Μητέρα του Σκύλου», στο οποίο αντιμετωπίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία μέσα από τη ματιά της κεντρικής ηρωίδας του, της ψυχωτικήςΡαραού. Το έργο αυτό μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και περιλήφθηκε στη λίστα του αγγλικού εκδοτικού οίκου QuintetPublishing με τα «1001 βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να έχει διαβάσει κάποιος μέχρι το τέλος της ζωής του».

Την ίδια προβληματική συνέχισε ο Μάτεσις με τη συλλογή διηγημάτων του «Ύλη Δάσους» και το μυθιστόρημα «Ο παλαιός των Ημερών». Ανατρεπτικής γραφής ήταν και το μυθιστόρημά του «Πάντα καλά», το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήρισε αισθηματικό μυθιστόρημα, καθώς και τα «Σκοτεινός οδηγός», «Μύρτος», «Αλδεβαράν» και το παρωδιακό «Graffito»

Ο Παύλος Μάτεσις είχε, επίσης, σημαντικό στιχουργικό έργο, τόσο
σε επίπεδο μετάφρασης και απόδοσης ξένων ποιημάτων, όσο και σε επίπεδο
πρωτότυπων δημιουργιών. Έγραψε περισσότερα από εκατό τραγούδια. Γνωστότερα αυτών είναι τα «Κουρσάρος» και «Φυλακαί Κερκύρας», σε μουσική Λάκη Παπαδόπουλου και τα «Κόκκινα τριαντάφυλλα», «Πουλημένοι», «Αγόρι αφίλητο», σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου).

Τον Δεκέμβριο του 2010, ο Παύλος Μάτεσις υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στο θέατρο Τέχνης. Το πρωί της 20ης Ιανουαρίου 2013, άφησε την τελευταία του πνοή σε ιδιωτικό θεραπευτήριο των Αθηνών, όπου νοσηλευόταν.

Η ανάγνωση

Μια συναρπαστική αφήγηση από μία ακόμα πιο συναρπαστική, αν και ίσως όχι τόσο αξιόπιστη, αφηγήτρια. Η ιστορία της Ραραού, μιας ξεπεσμένης θεατρίνας, από τα παιδικά της χρόνια υπό ιταλική κατοχή, έως και τη μεταπολεμική Αθήνα. Μία ιστορία ειπωμένη άλλοτε με πάθος, άλλοτε αποστασιοποιημένα, αλλά πάντα με ένα γλυκόπικρο χιούμορ και μία αφελή αθωότητα. Ο λόγος της ιστορίας, ωστόσο, συνδιαλέγεται με τον λόγο της τρέλας, σε ένα κωμικοτραγικό ξετύλιγμα της ζωής της ηρωίδας, βάζοντας στο κέντρο της την Ελλάδα στην εποχή της κατοχής.

Προς το τέλος ο συγγραφέας μπάζει στην μυθοπλασία από το φαινομενικώς πουθενά της μετεμφυλιακής Ελλάδας, έναν μη κατονομαζόμενο με σαφήνεια ζητιάνο και σακάτη άνδρα, ηττημένη και καταλυτική περσόνα στην ιστορία κι αφηγούμενος πια τριτοπρόσωπα το κομμάτι αλληγορίας που του αναλογεί, φέρνει την Ραραού-Ρουμπίνη αντιμέτωπη με τους δαίμονές της, ολότελα στην κρίση των αναγνωστών – θεατών.

Η παράσταση

Η συγκεκριμένη δεν είναι εξομολόγηση, ούτε αφήγηση σελίδα τη σελίδα. Δεν είναι ένα παιχνίδι-θέατρο, ούτε θέατρο μέσα στο θέατρο. Είναι μια διαθλασμένη παρακολούθηση της πραγματικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται το «ταραγμένο μυαλό» της ηρωίδας. Η Ραραού, απόμαχη ηθοποιός περιοδευόντων θιάσων, είναι μια γυναίκα – σύμβολο του ανθρώπου που δεν σταματά ποτέ να μάχεται.

«Έπρεπε να κολακεύω για να επιζήσω, και επέζησα», είναι το μότο της, και το σχέδιό της για τη ζωή. Ο Μέγας χρόνος συναντά το παρόν και το παρελθόν σαν μια ενιαία οντότητα, όπως μπορούν να τη συλλάβουν οι τρελοί και τα παιδιά.

Στη σκηνή υπάρχουν ένα βεστιάριο πολύχρωμο, μερικές καρέκλες, ένα «μπουντουάρ» φορτωμένο καλλυντικά, ένα τραπέζι κι ένα μικρόφωνο τοτέμ λατρεμένο της θεατρίνας. Μέσα σε κάθε ελεύθερο χώρο της αίθουσας , ακόμη κι έξω από αυτήν, εκτυλίσσεται ένα λαϊκό παραμύθι που μιλάει για αισθήματα, για απορρίψεις, για άκυρες ζωές. Μέσα από την προσχηματική μουσική, τα αντικείμενα, το χώμα των δρόμων, προβάλλει η Αγιοσύνη των παρεξηγημένων ανθρώπων και των απόβλητων από την κοινωνική ανοχή. Η ιερότητα της μυστικής ζωής των ασήμαντων.

Αφθονία τα σκηνοθετικά ευρήματα. Από τη λεκτική σκυταλοδρομία, έως την καταλυτική αφήγηση του προτζέκτορα κι από το ευφάνταστο παιγνίδι με το φτερό της πουλακίδας, έως τον καπνό του ηλεκτρονικού τσιγάρου. Σε γρήγορους ρυθμούς η σπουδαία ομάδα νέων ηθοποιών, ταξιδεύει τους θεατές σε μια εποχή που δε ζήσανε, αφηγείται γεγονότα, ερμηνεύει δραματοποιημένες εικόνες, καταθέτει ταλέντο και ψυχή και αφήνει το κομμάτι «μηνύματα» ανοικτό, ώστε η πληρότητά του να αποτελέσει προσωπική υπόθεση του καθενός.

Υπάρχουν εξαιρετικά επιτυχημένες σκηνές, άλλοτε χιουμοριστικές κι άλλοτε συγκινητικές, αλλά και μια ιδιαιτέρως εμπνευσμένη στο τελευταίο μέρος, αυτή της διαπόμπευσης της «δωσίλογης» και «πόρνης» μητέρας της Ραραού «Ασημίνας» που, πραγματικά, είναι από τις ευφυέστερες που έχουμε δει σε διασκευασμένο θεατρικά μυθιστόρημα, ώστε μένει στο θυμικό και μετά την αυλαία. Θεωρώ ότι περικλείει όλα τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ανθρώπων σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής τους, όταν ο «κόσμος» τους καταρρέει.

Θα ήθελα να έβλεπα δραματοποιημένη και τη σκηνή με τις πεσμένες πατάτες από τα σακιά του μαυραγορίτη που άρπαξαν οι Γερμανοί, αλλά ο σκηνοθέτης προτίμησε να την παραλείψει. Θα αρκεστώ στο κείμενο.

“ …Από ένα τσουβάλι κύλησαν τρεις πατάτες. Εμείς, μάζα στον τοίχο, βογκήξαμε. Μην κουνηθεί καμιά σας… και ξεκόβει τότε ο Φανούλης, το καημένο μου, κι όταν τις πήρε στη χούφτα του, σαλτάρει ο Γερμανός με το μυδράλιο και του βαράει με τον υποκόπανο το χέρι…και ούτε με ταράζει πια που άρχισα να λησμονάω τη ματιά της μητέρας μου. Ξέχασα και ποιο χεράκι του Φάνη μας είναι το χαλασμένο. Ούτε και τι χρώμα μαλλιά είχε ο Φάνης μας θυμάμαι. Ξεχνάω και να λυπηθώ. Αυτό, λιγάκι με μελαγχολεί. Που ξεβάφουνε οι λύπες μου.
Τι να κάνουμε…”

Ο συγγραφέας έκανε μια αριστοτεχνική δουλειά αποτυπώνοντας στο χαρτί μια εξαιρετική καταγραφή γεγονότων καταφέρνοντας να δημιουργήσει μια ηρωϊδα αληθινή, άκρως παραστατική αλλά και ρεαλιστική.

Ο σκηνοθέτης Σωτήρης Ρουμελιώτης διασκεύασε ιδιοφυώς για το θέατρο το μυθιστόρημα του Μάτεσι και μας δίνει μια γυναίκα Ραραού, που υποστηρίζει πως, καλώς ή κακώς, αυτή είναι η ζωή της, πως κάποια πράγματα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν και κάποια άλλα όχι, σίγουρα όμως τα έζησε όλα στον υπερθετικό βαθμό.

Στη σφιχτή, απρόσμενα ευφραντική παράσταση, οι θεατές βιώνουμε όλα όσα βίωσε η ηρωίδα, αισθανόμαστε τον πόνο, την απόγνωση, αλλά και τη συνεχή προσπάθεια για επιβίωση μέσα από άγριες συνθήκες. Αντιλαμβανόμαστε ότι η ιστορία της είναι παράδειγμα δύναμης σωματικής και πνευματικής, σε μια εποχή που τίποτα δεν θεωρείτο δεδομένο και όλα άλλαζαν με αστραπιαίους, σχεδόν, ρυθμούς.

Στη «Μητέρα του Σκύλου» της ομάδας Male Di Luna, σε μια σκηνοθεσία συνόλου, διαμορφώνεται σπονδυλωτή πλοκή , παιγνιώδης, μα και ατμοσφαιρική, με έμφαση στη γενικότερη ελλαδική εικόνα της μιζέριας, παρά στη σειρά των γεγονότων. Οι πέντε νεαροί ηθοποιοί ξοδεύουν θετική ενέργεια, στηρίζουν άριστα τη σκηνοθετική άποψη, συνεργάζονται άψογα στη σκηνή, κερδίζουν την προσοχή και την επευφημία μας. Ισότιμοι και ταλαντούχοι όλοι τους.

Λίγο πριν το τέλος, όλη η βαθιά ευαισθησία αυτής της ψυχής και η συμφιλίωσή της με τον θάνατο συμπυκνώνονται σε μια συγκινητική ποιητική εικόνα: «λέω, μετά από δύο, τρεις αιώνες, όταν η πουλακίδα μου κι εγώ θα έχουμε γίνει δυο σκόνες αμέριμνες, μπορεί να μας ανασηκώσει μια μέρα το ίδιο αεράκι και να μας ενώσει για λίγο στον αέρα. Δυο στιγμές παρέα…»

Επίλογος

Ο Παύλος Μάτεσις, πολυγραφότατος τω όντι, όχι αριθμητικώς αλλά σε αρμονική αναλογία με την ποιότητα των έργων του, θεατρικός όσο λίγοι, παραδειγματικά ταλαντούχος, μεστός μάστορας της γλώσσας, αμέριμνα ενδιαφέρων, πνευματώδης, ευρηματικός, πανάξιος εργάτης της Τέχνης, στη “Μητέρα του Σκύλου”, με γλώσσα καταιγιστικά αφοπλιστική, διηγείται εξήντα χρόνια πικρής κι αμφίδρομης εθνικής αλήθειας και δραματικής νεοελληνικής ιστορίας βυθίζοντας βαθιά το μαχαίρι αυτής της Αλήθειας σε καρδιά και συνείδηση.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία – Δραματουργία – Φωτισμοί: Σωτήρης Ρουμελιώτης

Σκηνικός χώρος: Χρήστος Παπαδημητρίου

Ενδυματολογική επιμέλεια: Μάγδα Δήμου

Πρωτότυπη μουσική & ηχητικό περιβάλλον: Γιώργος Χρυσικός

Ψιμυθιολόγος: Κώστας Δάφτσιος

Γραφιστική επιμέλεια: Χριστίνα Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Χρύσα Γούτου

Οργάνωση παραγωγής: ΝικολίναΤσιμίνου

Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου

Επί σκηνής

Χριστίνα Δαγκάκη
Πάνος Κεφαλούρος
Γιάννης Μονοκρούσος
Ανδρομάχη Μπάρδη
Δέσπω Πύρτσιου

Πληροφορίες

Θέατρο Τ
Αλεξάνδρου Φλέμιγκ 16, Θεσσαλονίκη

Θέατρο: Η Μητέρα του Σκύλου του Παύλου Μάτεσι
Πρεμιέρα Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021 στις 21:30
Ημέρες και ώρες παραστάσεων : Παρασκευή & Σάββατο στις 21:30 – Κυριακή στις 19:00
(εκτός από την Παραμονή των Χριστουγέννων και την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς)
Παραστάσεις έως Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022
Διάρκεια 90 λεπτά

Εισιτήρια
Τιμές εισιτηρίων: 12€ κανονικό | 10€ μειωμένο (φοιτητών, ανέργων, ΑΜΕΑ, πολυτέκνων & άνω των 65) | Ατέλειες κάθε Παρασκευή, με σειρά προτεραιότητας
Προπώληση εισιτηρίων: Viva.gr

Πληροφορίες / Κρατήσεις: 2310 854 333
Ιδιωτικός χώρος parking ακριβώς δίπλα από το θέατρο. Τιμές: 3€ οι πρώτες 2 ώρες | +1€ για κάθε επόμενη ώρα

Ενημέρωση:
Μέτρα προστασίας: Ακολουθώντας τις οδηγίες υγειονομικής προστασίας, η είσοδος στο Θέατρο Τ επιτρέπεται με την επίδειξη πιστοποιητικού εμβολιασμού ή νόσησης. Η μάσκα είναι υποχρεωτική καθόλη τη διάρκεια παραμονής των θεατών μέσα στο θέατρο.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

 

Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button