Πολιτισμός

Οι «Μικροί πυροβολισμοί μέσα στη νύχτα» του Γιάννη Καλαβριανού στο Θέατρο «Αυλαία»

Πρόλογος

«Όποιος πάει να με σταματήσει, θα πικράνει τον Ιησού!»

Έμπνευση για το νέο έργο του Γιάννη Καλαβριανού αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της γερμανικής λογοτεχνίας, η νουβέλα «Μίχαελ Κόλχαας» του Χάινριχ Φον Κλάιστ, η οποία βασίστηκε στην αληθινή ιστορία ενός εμπόρου αλόγων, που έζησε στη Σαξονία τον 16ο αιώνα.

Η τραγική ιστορία του νομοταγούς και φιλήσυχου εμπόρου αλόγων Μίχαελ Κόλχαας που, επειδή τον αδίκησαν, γίνεται αντάρτης και καταλήγει κάτω από το τσεκούρι του δημίου, είναι το πιο φημισμένο πεζογράφημα του Χάινριχ φον Κλάιστ και ένα από τα κορυφαία δείγματα του λογοτεχνικού είδους της νουβέλας. Στο φόντο της κοινωνίας των γερμανικών πριγκιπάτων της εποχής της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, η νουβέλα του Κλάιστ περιγράφει την προσωπική εκστρατεία του ήρωα εναντίον του κράτους της Σαξονίας και του ηγεμόνα του. Ο Κόλχαας αναζητά με πείσμα και με όπλο το δίκιο που του στέρησαν, και όταν δεν του μένει πια τίποτ’ άλλο να περιμένει, απαιτεί εκδίκηση: “Μπορείς να με ανεβάσεις στη λαιμητόμο, μα εγώ μπορώ να σε πονέσω, και το θέλω!” λέει στον πριγκιπικό του αντίπαλο, λίγο πριν αποκεφαλιστεί.

Υπόθεση

Ο έμπορος αλόγων Μίχαλ Κόλχαας, νομοταγής και ευκατάστατος πολίτης, ξεκινάει από την πόλη του για τη Λειψία, όπου θέλει να πουλήσει τα άλογά του. Στον δρόμο, περνάει από τον πύργο ενός νεαρού άρχοντα, ο οποίος του ζητάει άδεια διέλευσης από τα εδάφη του, οπότε ο έμπορος αφήνει αμανάτι τα δυο καλύτερα άλογά του ώσπου να τη βγάλει. Στη Λειψία, μαθαίνει πως τέτοια άδεια δεν υφίσταται, επρόκειτο για ένα αστείο των ανθρώπων του άρχοντα. Γυρίζοντας στον πύργο βρίσκει τα άλογά του σε άθλια κατάσταση, ξεθεωμένα στη δουλειά και νηστικά. Καταφεύγει στα δικαστήρια να βρει το δίκιο του, αλλά μάταια, αφού ο άρχοντας έχει παντού γνωριμίες. Ο Κόλχαας επιμένει, γιατί ξέρει ότι το δίκιο είναι με το μέρος του. Προσπαθώντας να δει τον πρίγκιπα-εκλέκτορα, η γυναίκα του τραυματίζεται και πεθαίνει.

Τότε ο Κόλχαας αποφασίζει να γίνει αντάρτης, μαζί με τους λίγους έμπιστους δουλευτές του. Κυριεύουν και καίνε τον πύργο του νεαρού άρχοντα, όμως εκείνος ξεφεύγει στη γειτονική πόλη, τη Βυρτεμβέργη. Ο αντάρτικος στρατός πληθαίνει, καθώς όλο και περισσότεροι χωρικοί προσχωρούν στις γραμμές του. Βάζουν φωτιά σε γειτονιές της πόλης ζητώντας να τους παραδοθεί ο άδικος ευγενής. Το σχέδιο του Κόλχαας είναι να αναγκαστεί ο νεαρός άρχοντας να φροντίσει τα δυο μαύρα άλογά του και να του τα παραδώσει σε άριστη κατάσταση, όπως ήταν όταν τα άφησε ως εγγύηση! Αποτυγχάνει.

Τελικά, επεμβαίνει ο Λούθηρος και καταφέρνει να δοθεί αμνηστία στον Κόλχαας για να εξεταστεί η υπόθεσή του από τα δικαστήρια. Δυστυχώς, ο Κόλχαας καταλήγει στην εκτέλεση, αν και δικαιώνεται στην υπόθεση με τα άλογα.

Αυτή η μανιακή δίωξη ενός αντικομφορμιστή ανθρώπου από μια σαθρή και υποκινούμενη «δικαιοσύνη», είναι θέμα διαχρονικό. Επίσης, πολύ ιδιαίτερη είναι και η εξέλιξη της ιστορίας σ’ έναν τόπο που δεν περιγράφεται καθόλου από τον συγγραφέα. Τόσο στο πρωτότυπο όσο και στο καινούργιο έργο του Γιάννη Καλαβριανού.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Κόλχαας ήταν υπαρκτό πρόσωπο -αν και λεγόταν Κόλχαζε (Kohlhase) και, πράγματι, ήταν αλογέμπορος που αδικήθηκε από έναν ευγενή για δυο άλογα. Όντως ξεκίνησε αντάρτικο – όλα αυτά γύρω στο 1534 – και έκαψε σπίτια στη Βυρτεμβέργη, παρά τις παραινέσεις του Λούθηρου. Κατέληξε στον τροχό το 1540, χωρίς να προηγηθεί αμνηστία, μετά από συνεννόηση με τις αρχές του κράτους, όπως στο μυθιστόρημα.

Η παράσταση

Η σκηνοθεσία του Γιάννης Καλαβριανού αποτελεί ένα εξαιρετικό σημείο εισόδου στο παθιασμένο, γκροτέσκο, υστερικό και βαθιά παράξενο έργο του Χάινριχ φον Κλάιστ, το οποίο μιλά για έναν έμπορο του 16ου αιώνα που παίρνει τα όπλα όταν νιώθει ότι αδικείται, όχι για να ζητήσει την εκδίκηση, αλλά το δικαίωμα στην αξιοπρέπειά του.

Το κείμενο εδώ βρίσκει μια γοητευτική, αλλά φορμαλιστική θεατρική μεταφορά. Μπορεί να διαδραματίζεται σε μια εποχή όπου η εξουσία βρισκόταν στα χέρια μοναρχών, η δικαιοσύνη αποδιδόταν με το σπαθί και η ζωή ήταν σκληρή, όμως δεν είναι δύσκολο να κάνεις την αναγωγή του μηνύματος του βιβλίου, σε μια εποχή σαν την σημερινή, που μπορεί να μοιάζει πιο πολιτισμένη, αλλά που οι κοινωνικές συνθήκες, μάλλον, οπισθοχωρούν με ταχύτητα προς τα πίσω.

Η αφήγηση που ακολουθεί, στην οποία ο ομώνυμος ήρωας αναζητά επανόρθωση για μια παράβαση, είναι ταυτόχρονα ικανοποιητικά αταβιστική και αναμφίβολα μοντέρνα.

Έτσι, αφηγητές της ιστορίας του Κόλχαας, είναι τα άλογά του.

Δεν υπάρχουν σκηνικά και κανένα σκηνικό αντικείμενο, εκτός από ένα πιάνο. Στο βάθος το κυκλόραμα σε κίνηση, υποδέχεται το κοινό στην αίθουσα με κινηματογραφικές εικόνες από άτια που καλπάζουν. Τα όμορφα κοστούμια της Βάνας Γιαννούλα είναι εμπνευσμένα από την ανατομία των αλόγων. Τέσσερις ηθοποιοί, ένας πιανίστας, η συνεχής μουσική, η απολύτως χορογραφημένη κίνηση και οι εναλλαγές σκοταδιού και φωτός συνθέτουν την αυστηρή παρτιτούρα αυτής της γοητευτικής, μα τόσο τραγικής ιστορίας.

Ο θεατής παρακολουθεί κι αναπόφευκτα εγκλωβίζεται ανάμεσα στα μέτωπα των μαχών νομικής και φιλοσοφικής ερμηνείας. Η δικαιολόγηση της βίας του άκαμπτου ατόμου ενάντια στο κατασταλτικό σύστημα κυριαρχίας, κάνει τη νουβέλα του Κλάιστ ελκυστική και για τις σύγχρονες διασκευές. Γιατί σήμερα δεν μπορείς και δε θέλεις να παίξεις άλλο με την ιδέα της μοναρχικής κυριαρχίας και της καρατόμησης της ελευθερίας σου, από την όποια μορφή εξουσίας.

Αυτό που αφηγούνται οι τέσσερις ηθοποιοί επί σκηνής, έτσι όπως το έγραψε ο Γιάννης Καλαβριανός, είναι ένα εκπληκτικό συνταίριασμα δράματος, μυθιστορήματος και ιστορικού χρονικού του Κλάιστ, από την άποψη της δράσης, με αυξανόμενο σταδιακά ενδιαφέρον και συναίσθημα συμπαράστασης. Εδώ το κείμενο ζωντανεύει, μιλάει και συγκινεί τον θεατή, μέσα από μια, σκόπιμα, επιτηδευμένη σκηνοθεσία.

Στην άδεια σκηνή, που γεμίζει από τους πηχτούς εντυπωσιακούς φωτισμούς του Νίκου Βλασόπουλου, οι μαυροντυμένοι ηθοποιοί επιδίδονται σε ελάχιστες δράσεις, κι αυτές περιγραφικές. Περιγραφική είναι και η κινησιολογία της Αλεξίας Μπεζίκη, που έχει ως βασικό μοτίβο τον καλπασμό του αλόγου, ενώ η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου εξαντλείται σε συνοδευτικό ρόλο, καθοδηγώντας τους ηθοποιούς.

Η παραβολή του Καλαβριανού για το δικαίωμα της πολιτικής αντίστασης επεξεργάζεται αποτελεσματικά και γίνεται κατανοητή, ίσως όχι τολμηρά διεισδυτική και αιχμηρή. Πάντως, αντιλαμβανόμαστε ότι ο Κόλχαας και οι «σταυροφόροι» του (μάρτυρες ή πνευματικοί τρομοκράτες) παρανομούν, αλλά η ανομία τούς δίνει μια δικαιολογία που αρνείται να τη δεχτεί ο μέσος πολίτης. Το ηθικό τους κίνητρο είναι ακριβώς απέναντι από τη σοβαρότητα της παράβασής τους. Αυτοί οι ιππότες της αμετροέπειας είναι, τελικά, οι κληρονόμοι του έμπορου αλόγων.

Επίλογος

Η συζήτηση για τα ηθικά όρια μιας εξέγερσης, η καχυποψία και οι καθημερινά τεταμένες σχέσεις Πολίτη-Κράτους, κάνουν την ιστορία του Κόλχαας να μοιάζει εντελώς σημερινή και εκείνον, τον πιο σύγχρονο Ευρωπαίο ήρωα.

Ο έμπορος αλόγων έρχεται, μέσα από την πρόταση Καλαβριανού, να ενσαρκώσει ένα εκκολαπτόμενο χαρακτηριστικό της μεσαίας τάξης: φόβο και σύγχυση μπροστά στις πύλες της εξουσίας. Η ψυχρή ακτινοβολία αυτού του οράματος φωτίζει το δρόμο προς τον Κάφκα.

Συντελεστές

Κείμενο-Σκηνοθεσία: Γιάννης Καλαβριανός

Κοστούμια: Βάνα Γιαννούλα

Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλους

Επιμέλεια κίνησης: Αλεξία Μπεζίκη

Βοηθός σκηνοθέτη: Κέλλυ Παπαδοπούλου

Παίζουν: Γιώργος Γλάστρας, Χριστίνα Μαξούρη, Μάνος Πετράκης, Γιώργος Σαββίδης

Μουσικός επί σκηνής: Σταύρος Διαμαντόπουλος

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παραγωγή: Εταιρεία Θεάτρου Sforaris

Εκτέλεση παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button