Πολιτισμός

«Οι μάγισσες του Σάλεμ» στο ανακαινισμένο “Ράδιο- Σίτυ”

Πρόλογος

Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τα γεγονότα που περιστρέφονται γύρω από το κυνήγι και τη δίκη των μαγισσών του Σάλεμ, πρέπει να δώσει προσοχή στο χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι κατηγορίες για εξάσκηση μαγείας. Κατά το 17ο αιώνα στην αποικία της Μασαχουσέτης, όπως και στις περισσότερες πουριτανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, υπήρχε η πεποίθηση στους κατοίκους ότι βρίσκονταν σε διαρκή μάχη με τον Σατανά. Επίσης, η αντιμαχία του Σάλεμ Βίλατζ με τη γειτονική Σάλεμ Τάουν, μια πρόσφατη επιδημία ευλογιάς και ο φόβος της επίθεσης από πολεμικές φυλές ιθαγενών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας.

Ο Άρθουρ Μίλερ ανέβασε το 1953 στο Μπρόντγουεϊ το έργο του «The Crucible», το οποίο βραβεύτηκε με Βραβείο «Τόνι». Είχε στόχο να καταγγείλει την αντικομουνιστική υστερία που επικράτησε στις ΗΠΑ την εποχή του μακαρθισμού και οδήγησε στη φυσική ή στην ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.

Επιρροές υπάρχουν τόσο στη μουσική, όσο και στη λογοτεχνία, στο χώρο των κόμικς, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.

Το 1996, σε διασκευασμένο σενάριο του ίδιου του Άρθουρ Μίλερ, παρουσιάστηκε η ταινία «The Crucible» (ελλ. τίτλος «Οι Μάγισσες του Σάλεμ»), με πρωταγωνιστές το Ντάνιελ Ντέι Λιούις και τη Γουινόνα Ράιντερ. Νωρίτερα, το 1957, το θεατρικό έργο του Μίλερ είχε μεταφερθεί στον κινηματογράφο σε ομώνυμη ταινία («The Crucible»), με πρωταγωνιστές τον Υβ Μοντάν και τη Σιμόν Σινιορέ, σε διασκευασμένο σενάριο Άρθουρ Μίλερ και Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Στην Ελλάδα το έργο του, ανέβηκε για πρώτη φορά το 1955 από το Εθνικό Θέατρο σε μετάφραση και σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού. Επαναλήφθηκε το 1996 σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους, ενώ το 1976 παρουσιάστηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σκηνοθετημένο από τον Νίκο Ραφτόπουλο.

Ο συγγραφέας

Ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ συγκαταλέγεται στους κορυφαίους δραματουργούς του 20ού αιώνα. Το έργο του συνδυάζει την επίγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας με τη διερεύνηση της εσωτερικής ζωής των χαρακτήρων του.

Σε γενικές γραμμές στο έργο του Άρθουρ Μίλερ απεικονίζεται η σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού ονείρου. Λογοτεχνικά, είναι περισσότερο γνωστός για το θεατρικό του «Ο θάνατος τού εμποράκου» («Death of a Salesman», 1941) και κοινωνικά, από τον γάμο του με την ντίβα του κινηματογράφου Μέριλιν Μονρόε (1956-1961).

Ο Άρθουρ Μίλερ γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1915 στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης. Ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά των Πολωνοεβραίων μεταναστών Άιζαντορ και Αουγκούστα Μίλερ. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης βιοτεχνίας γυναικείων ενδυμάτων και η μητέρα του είχε εργαστεί ως δασκάλα στη δημόσια εκπαίδευση. Η προσωπικότητα του νεαρού Άρθουρ διαμορφώθηκε από την επίδραση που άσκησε στη ζωή του η Μεγά­λη Οικονομική Κρίση, απότοκος του Χρηματιστηριακού Κραχ του 1929.

Ο Μίλερ αποφοίτησε από το λύκειο «Αβραάμ Λίνκολν» του Μπρούκλιν αλλά δεν έγινε δεκτός στα πανεπιστήμια Kορνέλ και Μίσιγκαν, εξαιτίας των κακών βαθμών του, αλλά και της αδυναμίας του πατέρα του να καλύψει τα δίδακτρα. Έκανε διάφορες δουλειές για να συγκεντρώσει το απαραίτητο ποσό και, τελικά, το 1934 έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, όπου ξεκίνησε σπουδές δημοσιογραφίας. Παράλληλα εργαζόταν ως νυχτερινός ρεπόρτερ στην εφημερίδα «Michigan Daily» και παρακολούθησε μαθήματα θεατρικής γραφής. Κατά την διάρκεια της φοίτησής του ανέβασε στο πανεπιστήμιο το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο «No Villain», το οποίο βραβεύτηκε.

Ο Κάρολος Κουν σύστησε στο ελληνικό κοινό και το επόμενο έργο του Μίλερ, το κλασικό πλέον «Ο θάνατος του εμποράκου», που πρωτοανέβηκε στη Νέα Υόρκη (Μπρόντγουεϊ) στις 10 Φεβρουαρίου 1949 σε σκηνοθεσία Ηλία Καζάν. Είναι η τραγωδία ενός ανθρωπάκου, του πλανόδιου έμπορου Γουίλι Λόμαν, που πέφτει θύμα κίβδηλων αξιών, οι οποίες αποτελούν κατά ένα μεγάλο μέρος τις αξίες της κοινωνίας όπου ζει.

Το 1955 παρουσίασε δύο μονόπρακτα τα: «Από Δευτέρα σε Δευτέρα» («Α Memory of Two Mondays») και «Πάνω από τη γέφυρα» («A View from the Bridge»), που παίχτηκαν σε ενιαία παράσταση.

Την ίδια περίοδο η προσωπική του ζωή σημαδεύτηκε με τον χωρισμό του από την πρώτη του σύζυγο και τον γάμο του με το σύμβολο του σεξ Μέριλιν Μονρόε. Ένωσαν τις τύχες τους με κάθε μυστικότητα, στις 29 Ιουνίου 1956, σ’ ένα δικηγορικό γραφείο της Νέας Υόρκης. Ο λαμπρός θεατρικός συγγραφέας ήταν 41 ετών και η σταρ, μόλις 30.

Ο Άρθουρ Μίλερ θα συνεχίσει να τροφοδοτεί το θέατρο με αξιόλογα έργα. Το 1964 παρουσίασε το «Μετά την πτώση» («After the Fall»), που αναφέρεται στο ναυάγιο των ανθρωπίνων σχέσεων και τις συνέπειές του. Στο θεατρικό «Η τιμή» («The Price», 1968), συνέχισε τη διερεύνηση τού θέματος της ενοχής και της ευθύνης τού ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στους άλλους, εξετάζοντας την ένταση στις σχέσεις ανάμεσα σε δύο αδελφούς. Το έργο αυτό σκηνοθέτησε ο ίδιος, το 1969.

Τον ίδιο χρόνο επισκέφτηκε την Σοβιετική Ένωση με την επόμενη γυναίκα του αυστριακή φωτογράφο Ινγκε Μόρατ και στην συνέχεια δημοσίευσε μαζί της το ταξιδιωτικό ημερολόγιο με τίτλο «In Russia». Γύρισε επίσης την αλληγορική αντιπολεμική ταινία «Τhe Reason Why» και αρνήθηκε την παρουσίαση της στην Ελλάδα, για να δείξει την αντίθεσή του στην καταπίεση που υφίσταντο οι Έλληνες συγγραφείς από το δικτατορικό καθεστώς.

Ο Άρθουρ Μίλερ πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου 2005, λίγες εβδομάδες αφότου είχε ολοκληρώσει αντικαρκινική θεραπεία σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης.

Η Υπόθεση

Τον χειμώνα του 1692, στο Σάλεμ της Μασαχουσέτης, δύο κορίτσια, η κόρη του αιδεσιμότατου Σάμιουελ Πάρις, Μπέτυ και η κηδεμονευομένη του, Άμπιγκειλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργη συμπεριφορά. Μιλούσαν παράξενα, κρύβονταν κάτω από πράγματα και σέρνονταν στο πάτωμα. Κανένας γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει τα συμπτώματα, μέχρι που ένας εξ αυτών απεφάνθη ότι τα κορίτσια ήταν δαιμονισμένα. Έτσι, ο πάτερ Σάμιουελ και άλλοι ευλαβείς συμπολίτες του άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια -και άλλα παιδιά που αργότερα παρουσίασαν ανάλογη συμπεριφορά- να κατονομάσουν τους ανθρώπους που τους οδήγησαν στα μονοπάτια του διαβόλου.

Οι τρεις αυτές γυναίκες κατηγορήθηκαν για μαγεία και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ακολούθησαν δεκάδες ακόμα και, καθώς οι φυλακές του Σάλεμ, της Βοστόνης και των γύρω περιοχών γέμιζαν σιγά – σιγά, προέκυψε ένα νέο πρόβλημα: Λόγω της έλλειψης νομοθετικού πλαισίου, όλοι αυτοί οι κρατούμενοι δεν ήταν δυνατόν να δικαστούν. Τη λύση έδωσε ο βασιλικός κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, σερ Ουίλιαμ Φιπς, αποφασίζοντας τη συγκρότηση ενός ειδικού δικαστηρίου για την περίπτωση. Στο μεταξύ, η Σάρα Όσμπορν είχε πεθάνει, η Σάρα Γκουντ είχε γεννήσει ένα κοριτσάκι, ενώ ο αριθμός των υπόδικων είχε φτάσει τους 80, πολλοί από τους οποίους είχαν αρρωστήσει.

Με συνοπτικές διαδικασίες όλοι οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μόνο όσοι παραδέχτηκαν την ενοχή τους και κατέδωσαν άλλους, γλίτωσαν την εκτέλεση. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού απαγχονίστηκαν συνολικά 19 άτομα, μεταξύ των οποίων ένας σεβαστός υπουργός κι ένας πρώην αστυνομικός, που αρνήθηκε να συνεχίσει τις συλλήψεις υποτιθέμενων μαγισσών.

Οι δίκες σταμάτησαν στις 3 Οκτωβρίου του 1692, με απόφαση του κυβερνήτη της Μασαχουσέτης, μετά από έφεση ομάδας κληρικών από τη Βοστόνη.

Η ιστορική αφορμή στου συγγραφέα, δηλαδή οι δίκες μαγισσών στη Μασαχουσέτη, είχε ευθεία αναγωγή στην αντικομουνιστική υστερία του Μακάρθι κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Η παράσταση

Η στιβαρή, νευρώδης σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη αποκαλύπτει, αν μη τι άλλο, το παράλογο της δημόσιας ζωής και τη νοοτροπία του όχλου μέσα από φρενήρεις εκρήξεις. Εκμεταλλευόμενος τις σατιρικές νότες από το έργο του Μίλερ, δημιουργεί έναν τραγελαφικό ομιλούντα «πίνακα» ανθρώπινης παραφροσύνης, απόρροια αμορφωσιάς, χειραγώγησης και φανατισμού, γεμάτο ζοφερές γραμμές και σκοτεινές αποχρώσεις.

Θα ήταν άστοχο να πούμε ότι ένα τέτοιο έργο θα μπορούσε να είναι σήμερα διασκεδαστικό, αλλά αυτή η παραγωγή είναι σύγχρονη, μαγευτική, με μια διαβολική σπίθα εξωπραγματικού κόσμου.

Σε δική του μετάφραση, ο σκηνοθέτης Νικορέστης Χανιωτάκης, προσπαθεί με ευρηματικές μεθόδους αλλά και με σεβασμό στο έργο, να καταστήσει ενδιαφέρουσα την αλληγορία του Μίλερ. Αναζητώντας τρόπους μεταμόρφωσης του επίκαιρου στην εποχή του κειμένου σε διαχρονικό, διάλεξε την οδό του εικαστικού – φωτιστικού μπαρόκ και της υπογράμμισης του μελοδραματικού ιστού της υπόθεσης, ώστε να οικειώσει τον σύγχρονο θεατή συναισθηματικά, εφόσον ιδεολογικά δε θέλει κόπο σε μια τωρινή εποχή ελεύθερης έκφρασης, με υλικό μινιμαλιστικής εικαστικής εγκατάστασης, διανθισμένης με την αντίληψη Χορού αρχαίου δράματος, για τις μάγισσες.

Καθώς η πρώτη πράξη διογκώνεται, αλλάζει, η ενέργεια στη σκηνή αυξάνεται, η παραγωγή μάς δίνει μια ισχυρή αίσθηση του χωριού πέρα ​​από αυτό το δωμάτιο δράσης, που έρχεται είτε για να κατασκοπεύσει είτε για να προσευχηθεί στο κρεβάτι της άρρωστης Μπέτυ. Η σκηνοθεσία είναι σφιχτή στους ρυθμούς κι εδώ, με κινήσεις σωμάτων διατεταγμένων αποτελεσματικά στη σκηνή.

Το δεύτερο μέρος προσεγγίζει περιστασιακά το μελόδραμα που τροφοδοτεί τον όγκο, μετά την καθαρή ένταση του πρώτου και υπάρχουν αισθητά περισσότερες στιγμές που το συμπυκνωμένο καστ των ηθοποιών ( από είκοσι ένας χαρακτήρες στο κείμενο μένουν δεκατρείς) παραδίδει δυνάμεις υπερβολής και οιμωγών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Μίλερ συνθέτει ένα θέατρο ψυχογραφικό και συνάμα κοινωνικό, ενίοτε δε, πολιτικό.

Η διασκευασμένη παράσταση του Χανιωτάκη δεν κατορθώνει απόλυτα αυτή τη θεία μείξη. Στο έδαφός της κυκλοφορούν πρόσωπα υπερτονισμένα, που πρέπει, συχνά ερήμην του κειμένου, να οργανώσουν πειστικά τις έννοιες του δογματισμού, του φανατισμού, της ερωτικής εκδίκησης, της κατασκευής ενόχων και της εκβιασμένης ομολογίας. Δραματουργικά, όλα αυτά αφορούν ουσιαστικά τρία πρόσωπα: Τον ηρωικό Πρόκτορ, που τελικά αποκηρύσσει την αλήθεια και χάνει τη ζωή του, την αδίκως κατηγορούμενη γυναίκα του και τη δαιμονική μικρή Αμπιγκέϊλ.

Η διανομή αφήνει τον θεατή με έντονα συναισθήματα. Τα θετικότερα πιστεύω πως επιφυλάσσονται αφενός μεν για τις τραγικές παρυφές και την αγωνιούσα συνείδηση που εκφράζει ο Πρόκτορ του εξαίρετου Άκη Σακελλαρίου κι αφετέρου για το γνήσιο κράμα ανυπεράσπιστης αδυναμίας και βαθιάς ποιητικότητας που προσφέρει η Ρένια Λουϊζίδου, ως σύζυγος Ελισάβετ, ενώ η Ιωάννα Παππά (τι πληθωρικό ταλέντο αυτή η γυναίκα) κινείται αριστοτεχνικά σε σωστή γραμμή τραγικού μεν, φθονερού δε προσώπου, σε συναρπαστικούς ρυθμούς. Ήρεμη δύναμη ο Δημήτρης Πετρόπουλος, ως δικαστής. Εντυπωσιακή η Ρεβέκκα της σπουδαίας Μελίνας Βαμβακά. Πολύ, πάρα πολύ καλές οι νεαρές ηθοποιοί που συμπληρώνουν τις μάγισσες του Σάλεμ, όπως και ο υπόλοιπος θίασος.

Οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα, όπως και το σκηνικό της Αρετής Μουστάκα (ένας ευμεγέθης σταυρός στο κέντρο της σκηνής και γύρω του γυμνά κλαριά δένδρων που συνθέτουν μία απόκοσμη, φοβική ατμόσφαιρα), οργανώνουν εξπρεσιονιστικές φωτοσκιάσεις γύρω και μέσα στους δραματουργικούς πυρήνες, ώστε οι αρμοί του Μίλερ να θεμελιώνουν σκηνικά τα επιχειρήματά του και τα μηνύματα να περνούν στην πλατεία. Τα κοστούμια της Χριστίνας Πανοπούλου είναι καθαροί υπαινιγμοί του κόσμου του Σάλεμ του 17ου αιώνα, που δεν επιβάλλουν μιαν άλλη ανάγνωση στα γεγονότα του έργου, αλλά μας τοποθετούν σταθερά σ’ αυτόν τον κόσμο, όπου η μαγεία θεωρούνταν πραγματική απειλή.

Ο Γιάννης Μαθές έγραψε δραματική μουσική για να ερμηνεύσει επί σκηνής καταστάσεις στην εξέλιξη της ιστορίας.

Επίλογος

Έχουν περάσει σχεδόν εβδομήντα χρόνια από την πρώτη παράσταση και πολύ πάνω από τρεις αιώνες στέκονται μεταξύ του θεατή και των «δοκιμών» μαγείας του Σαλέμ του 1692. Ωστόσο, το αριστούργημα του Άρθουρ Μίλερ εξακολουθεί να χτυπά το κώδωνα κινδύνου. Ένας διαλογισμός σχετικά με την εκμετάλλευση του φόβου και τη διάλυση της αλήθειας για την προώθηση των προσωπικών στόχων κάποιου, το έργο παραμένει βαθιά επίκαιρο στον κόσμο της μετα-αλήθειας μας. Μάλιστα, όταν πέφτει η αυλαία, η παράσταση προσφέρει μια σαφώς βαθύτερη σκέψη στους θεατές, όχι ως παρατηρητές της ιστορίας και των πολιτικών γεγονότων τα εποχής, αλλά ως ενσυνείδητα συμμετέχοντες είτε ως δικαστές είτε ως ένορκοι και, γιατί όχι, ως υπερασπιστές των κρυφών , ανομολόγητων επιθυμιών του καθενός.

Συντελεστές:

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης,

Σκηνικά: Αρετή Μουστάκα,

Κοστούμια: Χριστίνα Πανοπούλου,

Πρωτότυπη μουσική: Γιάννης Μαθές,

Επιμέλεια κίνησης: Αντιγόνη Γύρα,

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα,

Βοηθός Σκηνογράφου: Φραντζέσκα Μπούτση,Έμιλυ Ονησιφόρου,

Βοηθός ενδυματολόγου: Μαρία Φέξη,

Συνεργάτις θεατρολόγος: Χριστιάννα Μαντζουράνη,

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Μπενοβία,

Οργάνωση παραγωγής: Αναστασία Γεωργοπούλου,

Διανομή:

Δικαστής Ντάνφορθ: Νικήτας Τσακίρογλου – Δημήτρης Πετρόπουλος

Τζον Πρόκτορ: Άκης Σακελλαρίου

Ελισάβετ Πρόκτορ: Ρένια Λουιζίδου

Άμπιγκεϊλ Γουίλλιαμς: Ιωάννα Παππά

Σαμουήλ Πάρις: Γιάννης Καλατζόπουλος

Ρεβέκκα Κόρει: Μελίνα Βαμβακά

Τζον Χέηλ: Γεράσιμος Σκαφίδας

Τόμας Πάτναμ: Θωμάς Γκαγκάς

Άννα Πάτναμ: Κατερίνα Νικολοπούλου

Μαίρη Γουόρεν: Ισιδώρα Δωροπούλου

Μπέτυ Πάρις: Μαρία Μοσχούρη

Μέρση Λιούις: Αντουανέτα Παπαδοπούλου

Τιτούμπα: Δανάη Ομορεγκιέ Νεάνθη

Διάρκεια έργου:

130 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Back to top button