Πολιτισμός

ΜΙΜΗ ΝΤΕΝΙΣΗ: «Κι από Σμύρνη… Σαλονίκη»

Στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης από 12 Ιαν έως 11 Φεβ 2024

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Η πρώτη παράσταση «Σμύρνη μου αγαπημένη», η οποία αποτέλεσε μία από τις εμβληματικότερες παραστάσεις του ελληνικού θεάτρου και η οποία μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, αφήνει τους ήρωες του έργου σε μία βάρκα να ταξιδεύουν προς την Ελλάδα.

Η θεατρική παράσταση «Κι από Σμύρνη… Σαλονίκη» παρουσιάζει τη συνέχεια της ζωής των πρωταγωνιστών, όταν φτάνουν στη Θεσσαλονίκη, η οποία γίνεται η νέα τους πατρίδα. Εκεί, προσπαθούν να επουλώσουν τα τραύματά τους και να χτίσουν ξανά τη ζωή τους.

Η παράσταση είναι μια περιγραφή της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης που επικρατούσε στη χώρα και στην Ευρώπη, την οποία παρακολουθούμε μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων.
Οι αντιθέσεις, οι διαφορετικές συνήθειες και αντιλήψεις των πολιτισμών που συνυπάρχουν στη Θεσσαλονίκη και βρίσκουν τρόπο να αγωνιστούν για ένα καλύτερο αύριο.

Το έργο

Η αρχόντισσα της Σμύρνης Φιλιώ Μπαλτατζή με ό,τι απέμεινε από την οικογένειά της, φτάνει στη Σαλονίκη του 1923. Κανείς δεν ξέρει τι τους περιμένει. Καταφέρνουν να επιζήσουν της Μικρασιατικής καταστροφής και μετά από μεγάλες περιπέτειες καταλήγουν στη Μακεδονία.

Η Σαλονίκη γίνεται η πατρίδα των προσφύγων. Μια πολυπολιτισμική πόλη με ντόπιους, πρόσφυγες, Πόντιους και Εβραίους που ζουν αρμονικά παρά τις διαφορές τους. Το έργο παρακολουθεί την πορεία της οικογένειας και πολλών νέων χαρακτήρων την περίοδο από την ανταλλαγή των πληθυσμών μέχρι την αρχή του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ανέλιξη των προσφύγων από την απόλυτη φτώχεια σε μια καινούρια αξιοπρεπή ζωή, η προσπάθειά τους να γίνουν ένα με τ’ αδέλφια τους στην Ελλάδα, η άνοδος και η πτώση της ακμάζουσας Εβραϊκής κοινότητας, δίνονται ανάγλυφα μέσα από τους χαρακτήρες.

Το έργο είναι μια μεγάλη νωπογραφία της εποχής με φόντο την πολιτική κατάσταση μέσα από προσωπικές ιστορίες και με τη μουσική της εποχής από τα σεφαραδίτικα, μέχρι τα ρεμπέτικα και τον Αττίκ, να αναδεικνύουν τις αισθητικές και πολιτιστικές αντιθέσεις ανάμεσα σε ντόπιους και πρόσφυγες.

 Ανάγνωση

Με τη Μικρασιατική Καταστροφή δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες από την Ιωνία θα κατακλύσουν τη Θεσσαλονίκη και λίγο αργότερα θα αρχίσουν να καταφθάνουν οι ανταλλάξιμοι ελληνικοί πληθυσμοί από Πόντο, Καππαδοκία καθώς και οι αιχμάλωτοι των κεμαλικών.

Μεγάλη εγκατάσταση αγροτικών προσφυγικών πληθυσμών υπήρξε σ’ όλη την περιοχή που καταλαμβάνει ο σημερινός νομός Θεσσαλονίκης μαζί με το Κιλκίς Στον οικιστικό χώρο της Θεσσαλονίκης εγκαταστάθηκαν περί τους 120.000 πρόσφυγες, ενώ αναχώρησαν για την Τουρκία ως «ανταλλάξιμοι» 25.000 μουσουλμάνοι. Εκτιμάται ότι περί τους 40.000 πρόσφυγες στεγάστηκαν στα μουσουλμανικά ανταλλάξιμα οικήματα.

Το 1928 οι πρόσφυγες αποτελούσαν το 47,8% του πληθυσμού ενώ οι «γηγενείς», χριστιανοί και εβραίοι το 36,1% και οι μετανάστες από διάφορα μέρη της Ελλάδας το 16,1%. Ως απόρροια του προσφυγικού προβλήματος η έκταση της πόλης αυξήθηκε εκρηκτικά.

Η έλευση των προσφύγων στη Θεσσαλονίκη θα μεταβάλλει όλες τις έως τότε σταθερές της πόλης. Η ενόχληση του γηγενούς πληθυσμού (χριστιανικού και εβραϊκού) θα αποτυπωθεί στην απουσία ουσιαστικής μέριμνας και αλληλεγγύης για τους απόκληρους, που οι πόλεμοι πέταξαν σ’ αυτή τη γωνιά της Βαλκανικής.

Η αντίθεση των γηγενών προς τους πρόσφυγες σύντομα θα ενισχύσει τη διαμόρφωση κάποιων κοινών στοιχείων στους εξαιρετικά πολιτισμικά ανόμοιους προσφυγικούς πληθυσμούς, οι οποίοι θα μοιράζονται μια κοινή μοίρα και θα αναγνωρίζονται μεταξύ τους με την ιδιότητα του «πρόσφυγα».

Στοιχείο που θα ενισχύσει τις αντιθέσεις μεταξύ των «ντόπιων» και των προσφύγων, θα είναι επίσης και ο εμπορικός ανταγωνισμός στην αγορά της Θεσσαλονίκης, όπου κυριαρχούσαν οι Εβραίοι.

Σε πολιτικό επίπεδο οι πρόσφυγες θα παραμείνουν προσηλωμένοι στον αντιμοναρχικό φιλελευθερισμό. Μετά την παραχώρηση των περιουσιών τους στο τουρκικό κράτος με το ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας και συνεργασίας, που υπέγραψε ο Βενιζέλος με τον Μουσταφά Κεμάλ, τον σφαγέα της Σμύρνης, αρκετοί πρόσφυγες στράφηκαν προς την Αριστερά. Ήδη, από τα τέλη της δεκαετίας του ’20 η προσφυγική ομάδα είχε καταλάβει την ηγεσία στο Κομμουνιστικό Κόμμα και με τον Ανδρόνικο Χαϊτά είχε πάρει και τη Γενική Γραμματεία.

Θα υπάρξει και μικρή συμμετοχή των προσφύγων σε εθνικιστικές οργανώσεις, όπως αυτή των 3Ε, η οποία ευθύνεται για το αντιεβραϊκό πογκρόμ στο συνοικισμό του Κάμπελ.

Η ενίσχυση της Αριστεράς και η ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων θα δημιουργήσει την πρώτη ώσμωση μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων της πόλης. Η εργατική εξέγερση του Μάη του ’36 θα αποτελέσει την πρώτη κοινή εκδήλωση ταξικής ενότητας και υπέρβασης των έως τότε διαχωρισμών.

Όσον αφορά τη συμπεριφορά της εξουσίας, μπορούμε να διακρίνουμε τα εξαιρετικά αντιπροσφυγικά συναισθήματα που διακατείχαν το μοναρχικό συντηρητικό χώρο. Κορύφωση αυτής της συμπεριφοράς θα αποτελέσουν οι ενέργειες του Ιωάννη Μεταξά, μετά την κήρυξη της ακροδεξιάς του δικτατορίας. 

Η αντιπροσφυγική στάση του Μεταξά θα αποτυπωθεί ξεκάθαρα το 1938, όταν θα δωρίσει στο τουρκικό κράτος το σπίτι στη Θεσσαλονίκη, όπου υποτίθετο ότι γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά και στην καρδιά της «πρωτεύουσας των προσφύγων», δηλαδή των θυμάτων του τουρκικού εθνικισμού, θα μετονομάσει την Οδό Αποστόλου Παύλου σε Οδό Κεμάλ Ατατούρκ.

Σε πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Ελεύθερον Βήμα», (12-11-1938), με τίτλο «Το πένθος δια τον θάνατον του Κεμάλ Ατατούρκ: «Εκδηλώσεις ελληνικής θλίψεως», και, εκτός από τα ιδιαιτέρως συγκινητικά συλλυπητήρια του Ιωάννη Μεταξά, περιέχεται και μια ιδιαιτέρως κολακευτική βιογραφία του Ισμέτ Ινονού, ανακοινώνεται η επικείμενη μετονομασία της οδού.

 Η παράσταση

Θεαματική υπερπαραγωγή, αναγκαστικά μεγάλης διάρκειας. Επίπονη δουλειά, συνεργασία πολλών δυνάμεων επί σκηνής, λεπτομερής καταγραφή ιστορικών γεγονότων, δραματοποίηση σημαντικών σκηνών στην πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη των δεκαετιών που διατρέχει το έργο, εξαιρετικές εικόνες – σεκάνς, κινηματογραφική αφήγηση, αξιοθαύμαστοι γρήγοροι ρυθμοί, επιτυχείς εναλλαγές σκηνών, εικαστικές διαδοχές κάδρων, έξοχος συντονισμός ανθρώπων και τεχνικών μέσων. Με μια φράση : ένας θεατρικός άθλος, που αναδημιουργεί μια εθνική εποποιία.

 Η κ. Μιμή Ντενίση, συγγραφέας και σκηνοθέτις, στήνει μια παράσταση – θέατρο ντοκουμέντο. Βασίζεται σε αυθεντικές πηγές και σε ενδελεχή έρευνα γύρω από τα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα της εποχής.

 Στον βαθμό που η δραματουργία δε δημιουργεί τίποτα εκ του μηδενός, αλλά καταφεύγει σε μαρτυρίες, ιστορικά γεγονότα, ειδήσεις δημοσιογραφικές, η δράση περιλαμβάνει ένα μέρος ντοκουμέντων κι ένα μέρος δραματοποιημένων μύθων, αν δεχθούμε ότι κάποιες αφηγήσεις εμπεριέχουν το στοιχείο του μύθου.

 Γνωρίζω ότι τα ιστορικά δράματα χρησιμοποιούν εκτεταμένα τις πηγές τους. Στην παράσταση «Κι από Σμύρνη… Σαλονίκη» η σκηνοθεσία πλέκει με θαυμαστό τρόπο το ντοκουμέντο με τη θεατρική αισθητική, για να έχει άμεση επαφή με την τότε πολιτική επικαιρότητα. Επομένως, όντως μιλάμε για θέατρο «ντοκουμέντο», που είναι ο κληρονόμος του ιστορικού δράματος, ενώ αν επρόκειτο για μια αμιγή μυθοπλασία, θα ήταν υπερβολικά ιδεαλιστικό και απολιτικό και, γιατί όχι, θέατρο που αλλοιώνει τα γεγονότα και τα χειρίζεται με στόχο προσεταιρισμού.

 Στην πλούσια, από κάθε άποψη, παράσταση, η «αρχιτέκτονας» χρησιμοποιεί τη μορφή της αναφοράς και της έρευνας, ώστε να της επιτρέπει να παραθέτει τα πρακτικά που ακόμη φυλάσσονται στα κιτάπια της ιστορίας και στις μνήμες ή τις φωτογραφίες ή τις αφηγήσεις των ανθρώπων που έζησαν την εποχή σε όλες τις εκφάνσεις της.

 Στη δραματουργία, ο άξονας γύρω από τον οποίο υφαίνεται το έργο είναι η αρχόντισσα Σμυρνιά Φιλιώ Μπαλτατζή, την οποία ερμηνεύει με τον γνωστό της τρόπο η κ. Ντενίση. Αν δεχτούμε ότι σπουδαίοι ηθοποιοί άρχισαν και τελείωσαν την καριέρα τους στο θέατρο ή στον κινηματογράφο με μια μανιέρα στην εκφορά του λόγου και στην έκφραση, η μανιέρα της πρωταγωνίστριας είναι ο πλούτος και η κομψότητα στην εμφάνιση. Η καθαρότητα του λόγου της, οι ακριβές, υψηλής αισθητικής τουαλέτες, το αρχοντικό της παράστημα, η ευθυτενής σιλουέτα της και η αριστοκρατική της κίνηση – ακόμα και ως πρόσφυγας – είναι τα χαρακτηριστικά της και, προσωπικά, τα δέχομαι και μου αρέσουν.

Ως συγγραφέας, έκαμε πολλή δουλειά, υποθέτω σε αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, μελέτησε την ιστορία μας, ερεύνησε πηγές, συνταίριαξε αρμονικά χρονικές περιόδους και χρησιμοποίησε ρέουσα, εύληπτη γλώσσα και στην αφήγηση και στη δραματοποίηση γεγονότων. Η ροή είναι αδιάλειπτη, η σημασία στη λεπτομέρεια αξιέπαινη, οι ισορροπίες δίκαιες και η αντικειμενικότητα τής αναφοράς στα πολιτικά πεδία, καθολικά αποδεκτή.

Ως σκηνοθέτις, η κ. Ντενίση, κερδίζει ένα μεγάλο στοίχημα. Τον άψογο συντονισμό έμψυχου και άψυχου υλικού, τη σωστή καθοδήγηση του πολυμελούς θιάσου στη σκηνή, την εκμετάλλευση του παλκοσένικου σε όλες του τις διαστάσεις, την εξέλιξη της δράσης με έξυπνο τρόπο, ώστε να μην κουράζει η μεγάλη διάρκεια της παράστασης, την πολύ εύστοχη διανομή ρόλων και την επιλογή των επί μέρους συνεργατών της.

Ταυτόχρονα, επιτελεί σπουδαίο έργο παιδευτικό απευθυνόμενη και στις νεαρότερες ηλικίες. Στη Θεσσαλονίκη, πρωτίστως, γόνοι προσφυγικών οικογενειών δε γνωρίζουν το παραμικρό σχετικά με το πώς και το γιατί αποκαλούνται οι πρόγονοί τους «πρόσφυγες». Ελάχιστες οι γνώσεις που αποκομίζουν από τα σχολεία κι ακόμα λιγότερες όσες αφομοιώνουν από τα μαθήματα. Της αξίζουν συγχαρητήρια γι’ αυτό το έργο της. Πολλά μπράβο για το κοινωνικό και διδακτικό σκέλος της συγκινητικής «διατριβή» της στο προσφυγικό ζήτημα. Δεν εκπλήσσει η θέρμη στο παρατεταμένο και αβίαστο χειροκρότημα στο φινάλε. Και με τους θεατές όρθιους, παρακαλώ.

Τα θαυμάσια σκηνικά και κοστούμια, η ευφυής συνύπαρξη – συμμετοχή στην εξέλιξη της ιστορίας του βίντεο στο κυκλόραμα, οριοθετούν χρονικές περιόδους, χώρους, κοινωνικές βαθμίδες, στιγμιότυπα ζωής στην εποχή και τα υπογράφουν σημαντικοί δημιουργοί, όπως ο Μανόλης Παντελιδάκης και η Χαρά Τσουβαλά, αντίστοιχα. Η χαρακτηριστική μουσική που συνοδεύει τη δράση είναι του Ανδρέα Κατσιγιάννη και οι εντυπωσιακοί φωτισμοί του Αργύρη Θέου.

Οι ηθοποιοί που συγκροτούν τον πολυμελή θίασο είναι επιλεγμένοι για τις ικανότητές τους και την πορεία τους στο σανίδι. Όλοι τους εξαιρετικοί στους ρόλους που υποδύονται κι είναι άδικο να ξεχωρίσει κανείς έναν ή δυο. Άξιο το χειροκρότημα στο φινάλε για τους: Κατερίνα Γερονικολού, Ναταλία Δραγούμη, Μαρία Εγγλεζάκη, Κώστα Καζάκα, Κωνσταντίνο Καζάκο, Μέμο Μπεγνή, Όλγα Πολίτου, Πρόδρομο Τσουνίδη, Μαρία Φιλίππου, Χρήστο Βελιάνο, Μανώλη Γεραπετρίτη, Αλεξάνδρα Ζώη, Εστέλλα Κοπάνου, Μαρίλια Μητρούση, Αιμίλιο Μωισίδη, Γιώργο Νάτσιο, Νικόλα Νικολαίδη, Ηλία Νομικό, Έφη Σταυροπούλου και Ειρήνη Χατζηνίκου 

Επίλογος

Η Σαλονίκη γίνεται η πατρίδα των προσφύγων, μετά από πολλές δυσκολίες, καθώς έχει πληγεί ανεπανόρθωτα και ο πολυπολιτισμικός πληθυσμός της από τη μεγάλη φωτιά του 1917. Οι πρόσφυγες θα ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, καθώς οι Εβραίοι της πόλης θα οδεύσουν σιγά – σιγά προς την καταστροφή τους.

Το έργο αποτελεί συνέχεια του “Σμύρνη µου αγαπημένη” και γράφτηκε μετά από έρευνα σε κείμενα ελληνικά και ξένα που αφορούν την ταραγμένη εποχή του Μεσοπολέμου.

Την παράσταση «Κι από Σμύρνη… Σαλονίκη», που εξελίσσεται από το 1923 έως το 1940, έγραψε και σκηνοθέτησε η Μιμή Ντενίση, έχοντας κάνει μία μεγάλη έρευνα πριν, με στόχο να βγάλει στην επιφάνεια την αληθινή ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Συντελεστές

Κείμενο – Σκηνοθεσία Μιμή Ντενίση
Σκηνικά Mανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια Χαρά Τσουβαλά
Φωτισμοί Αργύρης Θέος
Μουσική Αντρέας Κατσιγιάννης
Κινησιολογία Μάρω Μαρμαρινού
Βοηθός σκηνοθέτη Λίνα Ζαρκαδούλα
Παραγωγός Γιώργος Iσαάκ

 
Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά): 
Κατερίνα Γερονικολού, Ναταλία Δραγούμη, Μαρία Εγγλεζάκη, Κώστας Καζάκας, Κωνσταντίνος Καζάκος, Μέμος Μπεγνής, Μιμή Ντενίση, Όλγα Πολίτου, Πρόδρομος Τσουνίδης, Μαρία Φιλίππου
 
Επίσης οι:
Χρήστος Βελιάνο, Μανώλης Γεραπετρίτης, Αλεξάνδρα Ζώη, Εστέλλα Κοπάνου, Μαρίλια Μητρούση, Αιμίλιος Μωισίδης, Γιώργος Νάτσιος, Νικόλας Νικολαίδης, Ηλίας Νομικός, Έφη ΣταυροπούλουΕιρήνη Χατζηνίκου 

Διοργάνωση: ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – PEOPLE ENTERTAINMENT GROUP

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button