Πολιτισμός

Κ.Θ.Β.Ε. «Μαρίκα με είπανε – Μαρίκα με βγάλανε» Ιστορίες γυναικών του Λαϊκού Τραγουδιού

Συμπαραγωγή: ΚΘΒΕ – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών, σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση

 
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το έργο και η παράσταση

Πρόκειται για έναν φόρο τιμής στις αρχετυπικές γυναικείες μορφές, που επηρέασαν το Ελληνικό Λαϊκό και Ρεμπέτικο τραγούδι του περασμένου αιώνα. Οι γυναίκες του Τραγουδιού μας, ηρωίδες της σκηνής και της ζωής, με την τέχνη τους και την πίστη τους στο θαύμα, υψώθηκαν σε θαυμαστά πρόσωπα του Ελληνικού Πολιτισμού. Οι φωνές τους έχουν συντροφέψει και σημαδέψει την ιστορική διαδρομή του Ελληνισμού. Τα τραγούδια που ερμήνευσαν αλλά και οι ζωές που έζησαν, αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία και πνευματική παρακαταθήκη. 

Το έργο του Γιώργου Ανδρέου και του Οδυσσέα Ιωάννου αναφέρεται στην χρονική περίοδο ανάμεσα στο 1920 και το 1960. Σαράντα χρόνια που διαμόρφωσαν το Ελληνικό Λαϊκό τραγούδι σε όλες του τις εκδοχές – Σμυρνέϊκο, Ρεμπέτικο, Λαϊκό. 

Σαράντα χρόνια αριστουργημάτων δίπλα σε θριάμβους και καταστροφές του Ελληνισμού.
 Σαράντα χρόνια συναρπαστικά, συνταρακτικά, αλησμόνητα. Και χάρη στην εφεύρεση της ηχογράφησης, οι μαγικές φωνές είναι πάντα κοντά μας, ηχούν και συγκλονίζουν, γεννώντας την βιωματική διδαχή που μόνο η Παράδοση μπορεί να προσφέρει, από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά.

Με αφορμή βιογραφικά και πραγματικά γεγονότα η παράσταση αφηγείται την Ιστορία, όχι όπως έγινε “στ’ αλήθεια”, αλλά “πειράζοντας” κάποιες παραμέτρους της κι αναρωτιέται πώς θα ήταν, αν είχαν γίνει τα πράγματα αλλιώς.
 
Περιέχει πρωτότυπα τραγούδια γραμμένα από τον Γιώργο Ανδρέου, αλλά και πολλά τραγούδια – ορόσημα από την πολύτιμη Ιστορία του Λαϊκού μας τραγουδιού: Σμυρνέικα, Παραδοσιακά, καθώς και τραγούδια σημαντικών ιστορικών δημιουργών της εποχής. 

Μαρίκα είναι η Παπαγκίκα, Μαρίκα είναι η Νίνου, για το έργο, όμως, Μαρίκα είναι κάθε λαϊκή τραγουδίστρια του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα.

Ο Συνθέτης Γιωργος Ανδρέου λέει στο σημείωμά του:

«Οι γυναίκες ερμηνεύτριες του λαϊκού μας τραγουδιού, εκείνες που μάθαμε μέσα από ηχογραφήσεις των αρχών του εικοστού αιώνα σε κερί και οι πιο κοντινές μας, είναι όλες τους νικήτριες – πέρασαν μέσα από τα χρόνια όρθιες, αγέρωχες και συγκινητικές, αγνοώντας με τον συνταρακτικό τους τρόπο όλα τα εμπόδια, όλες τις προκαταλήψεις, όλες τις πίκρες και τα βάσανα. Απέναντι σε πρότυπα αρσενικής επικυριαρχίας και συμπεριφορές καθόλου συμπεριληπτικές, εκείνες σήκωσαν κεφάλι και τα είπαν. Όλα τα είπαν. Πρώτα ερμήνευσαν τα τραγούδια, με τρόπο ανεπανάληπτο. Ύστερα, μέσα από τα τραγούδια, εξομολογήθηκαν την προσωπική τους υπαρκτική περιπέτεια. Και τέλος, ακροβατώντας στο σκοινί του πάλκου, μας άφησαν κληρονομιά και παρακαταθήκη την αστείρευτη κι άδολη αγάπη τους για το μέγα θαύμα που είναι η σχέση εκείνου (εκείνης) που ερμηνεύει με εκείνες κι εκείνους που τον ακούν – θαύμα επειδή σε μια στιγμή μαγική ενώνονται οι πάνω και οι κάτω στο ίδιο λυτρωτικό σύμπαν».

Η μουσικοθεατρική παράσταση που σκηνοθέτησε ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ Αστέρης Πελτέκης, είναι ένα λαϊκό πανηγύρι, με αναφορές στις ζωές της Μαρίκας Νίνου και της Μαρίκας Παπαγκίκα, δύο ρεμπετισσών που μεγαλούργησαν στις δεκαετίες που αναφέρεται το έργο, η πρώτη στην Ελλάδα και στην Αμερική και η δεύτερη μόνο στην Αμερική.

Δυο σπουδαίες τραγουδίστριες, πολλές ιστορίες γυναικών των μπουζουκομάγαζων, πολλά όνειρα εκπληρωμένα κι άλλα ανεκπλήρωτα, ερωτοχτυπημένες αλλά αδικημένες και από αρσενικά και από τον ίδιο τους τον εαυτό, μοιρολάτρισσες αλλά και δυναμικά «αντράκια», ένα πολύχρωμο υφαντό, τελικά, από λαχτάρα γι’ αγάπη, από φευγιό για την καλύτερη τύχη, από πατριδονοσταλγία, από πονεμένα τραγούδια, από «νερό κι αλάτι» κα μ’ ένα πρόωρο τέλος, από αυτά που σφραγίζει ο θάνατος κι όχι οι άνθρωποι. Μαζί με τις επιτυχίες τους, που ακούγονται μέχρι σήμερα, ο συνθέτης Γιώργος Ανδρέου έγραψε για το εγχείρημα νέα τραγούδια, σύγχρονα, μια αναγωγή, πες, στο σήμερα.

Η έναρξη, εντυπωσιακή. Επτά κούκλες μέσα σ’ ένα vintage τεράστιο μουσικό κουτί, από κείνες τις κουρδιστές που γυροβολάνε μπροστά στον καθρέφτη, μέχρι να σημάνει ο μηχανισμός την τελευταία του νότα. Ακριβώς αυτό είναι το σκηνικό της παράστασης κι όπου καθρέφτης, το βίντεο να φέρνει τη θάλασσα στα μάτια μας, στην ευφάνταστη σκηνή του ταξιδιού της Μαρίκας Νίνου στην Αμερική.

Τη Μαρίκα Νίνου τη μάθαμε οι νεότεροι μέσα από αφιερώματα είτε στα ερτζιανά κύματα, είτε στον τύπο ή στο σανίδι. Στην παράσταση την υποδύεται η εξαιρετική Κορίνα Λεγάκη. Γάργαρη φωνή, μελίρρυτη, με τεράστια ευρύτητα, κι όμορφη σκηνική παρουσία.

Μαρίκα Παπαγκίκα είναι η Ελένη Τσαλιγοπούλου. Έμπειρη, μεστή, γυμνασμένη φωνή, αποδίδει με τεχνική αρτιότητα αμανέδες, μοιρολόγια, ρεμπέτικα σουξέ, σύγχρονα έντεχνα. Η καλύτερη επιλογή για τον ρόλο.

 Η Μαρίκα Παπαγκίκα ήταν η σπουδαιότερη ελληνική τραγουδίστρια στην Αμερική των αρχών του αιώνα (από όσες τουλάχιστον ηχογραφήθηκαν σε δίσκους), για την οποία ο ελληνοαμερικανικός Τύπος δεν αφιέρωσε ούτε μια λέξη.

Για όλους τους «συλλέκτες» η Μαρίκα Παπαγκίκα αποτελούσε ένα μυστήριο. Για την τραγουδίστρια με τους περισσότερους δίσκους στην Αμερική του Μεσοπολέμου, με το πιο πλούσιο και ποικίλο ρεπερτόριο (δημοτικά, λαϊκά, σμυρνέικα, ελαφρά, οπερέτες, και τούρκικα) και με την υψηλή τεχνική, κατά πολύ μακράν όλων των άλλων, δεν είχαμε καμιά πληροφορία. Για τη σιωπή του Τύπου τώρα ξέρουμε, πως επειδή εργαζόταν σε καφέ αμάν της Νέας Υόρκης, δεν έπρεπε να περιμένει καμιά αναφορά. Αντίθετα, μάλιστα, ο ελληνικός Τύπος δεν έχανε ευκαιρία να εκδηλώνει την απέχθειά του σε κάθε τι που δεν διευκόλυνε την αμερικανοποίηση των μεταναστών είτε αυτό ήταν ένας αμφιλεγόμενος τρόπος διασκέδασης είτε ολόκληρη η ελληνική λαϊκή παράδοση.

Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω. Η οικογένειά της μετανάστευσε πριν το 1900 στην Αίγυπτο (πιθανώς στην Αλεξάνδρεια). Εκεί τραγουδούσε στα ελληνικά νυκτερινά κέντρα. Είναι άγνωστο αν τον σύζυγό της (τον Κώστα Παπαγκίκα που έπαιζε σαντούρι) τον γνώρισε στην Αμερική, στην Αλεξάνδρεια ή αλλού. Μετά το 1915 πάντως, βρίσκονται και οι δυο στη Νέα Υόρκη και εργάζονται σε νυκτερινά κέντρα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 είχαν δικό τους κέντρο διασκεδάσεως (καφέ αμάν) στη Νέα Υόρκη.

Με την οικονομική κρίση του 1929, το ζεύγος Παπαγκίκα έχασε την επιχείρησή του. Στα χρόνια που ακολούθησαν δεν είναι γνωστό τίποτε άλλο εκτός από τη δισκογραφική δραστηριότητα που,όμως, κι αυτή διακόπηκε προς το τέλος της δεκαετίας του 1930.

Το 1998 το περιοδικό «Παράδοση και Τέχνη», που εκδίδεται από το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Οργάνωσης Λαϊκής Τέχνης, δημοσίευσε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Ελληνοαμερικανού συγγραφέα Στηβ Φράγκου, με θέμα την Παπαγκίκα το οποίο περιλαμβάνει πρόσθετα στοιχεία:

*Η δισκογραφική σταδιοδρομία της τραγουδίστριας αρχίζει το 1918 με δική της εταιρεία δίσκων, τη Victor Record Company.

*Το κέντρο της ήταν το πρώτο καφέ – αμάν που άνοιξε στην πόλη της Νέας Υόρκης, ένα υπερυψωμένο μονώροφο που βρισκόταν στην 34η οδό ανάμεσα στην 7η και 8η Λεωφόρο και λεγόταν «Της Μαρίκας». Για τη δημιουργία του (1925) οι Παπαγκίκα ξόδεψαν όσα είχαν κερδίσει από τις περιοδείες στην Αμερική και από τις πωλήσεις των δίσκων.

*Το 1925 ήταν ο πέμπτος χρόνος της περιόδου της ποτοαπαγόρευσης. Το κέντρο «Marica’s» δεν ήταν ένα απλό καφέ – αμάν αλλά ένα παράνομο ποτοπωλείο.

Μετά από κάποιες παρατηρήσεις για τη μουσική και τους μουσικούς της εποχής, ο συγγραφέας καταλήγει: Το πιστοποιητικό θανάτου της Παπαγκίκα στη θέση Επάγγελμα, αναφέρει «νοικοκυρά». Στις 2 Αυγούστου 1943 ένα ασθενοφόρο κατέβαινε αργά τη Lily Pond Lane ψάχνοντας τον αριθμό 198. Σ’ αυτή την ήσυχη γειτονιά του Staten Island ήξερε άραγε κανείς ποιον είχαν έρθει να πάρουν; Η Μαρίκα Κωνσταντίνα Παπαγκίκα, μια από τις σπουδαιότερες τραγουδίστριες του καφέ – αμάν, είχε μόλις πεθάνει.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 02/08/2006

Η ιστορία της Μαρίκας Παπαγκίκα είναι δύσκολο να αποκαλυφθεί πια με περισσότερα στοιχεία, αυτή είναι – όσο πιο λεπτομερώς είναι δυνατόν – ολόκληρη η πορεία της από την γέννησή της στην Κω, μέχρι το τέλος της στη Νέα Υόρκη.

 Αντίθετα, η ιστορία της Αρμένισσας Μαρίκας Νίνου έγινε πολύ νωρίτερα γνωστή και τα αφιερώματα στη ζωή και την πορεία της, πολλά. Η παρουσία της Μαρίκας Νίνου σηματοδότησε νέα εποχή στην ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού και παράλληλα εδραίωσε μια καινούργια αντίληψη στη σκηνή των λαϊκών κέντρων της εποχής του ’50”.

 Ο Γιώργος Παπαδάκης έγραψε για τη Νίνου: “Όπως η σκληρή, βραχνή και ατημέλητη φωνή του Μάρκου Βαμβακάρη εικονίζει τον άντρα του ρεμπέτικου της εποχής του, έτσι και η φωνή της Νίνου υλοποιεί τον γυναικείο χαρακτήρα στα τραγούδια που τα χρόνια εκείνα έγραφαν ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης. Τραγουδώντας, ζωγραφίζει γνωστούς και οικείους στον ευρύτερο χώρο της αστικής λαϊκής κοινωνίας γυναικείους χαρακτήρες”.

 Ο Βασίλης Τσιτσάνης έχει πει μεταξύ άλλων για τη Νίνου: “Είχε μια ξεχωριστή ερμηνευτική ικανότητα, είχε το κάτι άλλο. Όταν τραγουδούσε κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο. Τραγουδούσε και δίδασκε κιόλας μαζί με το τραγούδι, όπως ο δάσκαλος που διδάσκει τους μαθητές. Αυτό ήταν έμφυτο. Ήταν γεννημένο για το πάλκο”.

Από τα 119 τραγούδια που ηχογράφησε η Μαρίκα Νίνου σε δίσκους 78 στροφών, τα 34 ηχογραφήθηκαν στην εταιρεία HisMastersVoice, 37 στην Columbia, 8 στην Odeon, 6 στην Parlophone, 12 στη Melody, 20 στην Liberty Αμερικής και 2 στην Apollo Αυστραλίας.

 Αυτή η παράσταση που ετοίμασαν ο Γιώργος Ανδρέου, ο Οδυσσέας Ιωάννου και ο Αστέρης Πελτέκης είναι μεν ένας φόρος τιμής στις γνωστές και άγνωστες «Μαρίκες» του λαϊκού τραγουδιού στην εποχή του μεσοπολέμου και τη μεταπολεμική περίοδο, αλλά είναι και μια προσφορά στις νεότερες γενιές να γνωρίσουν πρόσωπα, τις γυναίκες ρεμπέτισσες, που μεσουράνησαν στο μουσικό στερέωμα εντός και εκτός Ελλάδος, αυτή τη χρονική περίοδο.

Όταν η συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνίδων τελούσε υπό την απόλυτη κυριαρχία ενός άνδρα, πατέρα ή του συζύγου, αυτές μπαινόβγαιναν ελεύθερα στους τεκέδες, δε μασούσαν με τη ρετσινιά της «αμαρτωλής», τραγουδούσαν τις επιθυμίες τους και τσαλαπατούσαν τον κώδικα των απαγορεύσεων.

Στην παράσταση του ΚΘΒΕ, μάθαμε ότι το ρεμπέτικο τραγούδι εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, εξελίχθηκε κυρίως στα λιμάνια των ελληνικών πόλεων όπου ζούσε η εργατική τάξη και χρωματίστηκε ιδιαίτερα από την έλευση των προσφύγων μετά τον Μικρασιατικό πόλεμο. Αναπτύχθηκε κατά βάση στα Καφέ Αμάν, τα λαϊκά καφενεία της προπολεμικής Ελλάδας, τους τεκέδες και τις φυλακές και αφορούσε σε μια κοινότητα φτωχών ανθρώπων, κοινωνικά αδικημένων, απόκληρων ή παραβατικών που συγχρωτίστηκαν κάτω από την ταμπέλα του «περιθωρίου».

Ήταν μία κοινότητα που λειτουργούσε ως αντιπαράδειγμα στον κυρίαρχο τρόπο ζωής του συντηρητισμού, της στέρησης και του καθωσπρεπισμού. Αποστρεφόταν την εξουσία, επιβίωνε παράλληλα και ενάντια στο κανονιστικό πλαίσιο της εποχής, αποζητούσε την απόλαυση της ζωής και έπλαθε τα δικά της γλωσσικά και αισθητικά εργαλεία επικοινωνίας. Ήταν ο «χώρος της μαγκιάς», όπως κωδικοποιήθηκε μεταγενέστερα. Από κει ξεπήδησαν οι στιχουργικοί αυτοσχεδιασμοί, οι αμανέδες, τα μακροσκελή ταξίμια, οι βυζαντινού τύπου λαρυγγισμοί που διατρέχουν το ρεμπέτικο της πρώτης περιόδου.

Ήταν πρωτίστως ένας ανδροκρατούμενος κόσμος, στον οποίον όμως συμμετείχαν ενεργά και πολλές γυναίκες, κάποιες ως φίλες, συντρόφισσες ή απλές περαστικές, που γλεντούσαν στο μοναδικό μέρος που ξέφευγε από τον ασφυκτικό έλεγχο της Εκκλησίας και τα ραντάρ της σεμνοτυφίας, και άλλες ως τραγουδίστριες ή δημιουργοί.

Σήμερα λοιπόν, μπορούμε να υποστηρίξουμε με σχετική βεβαιότητα ότι αυτές οι τύπισσες ήταν οι πιο ελεύθερες γυναικείες υπάρξεις της εποχής και ότι κουβαλούσαν, χωρίς απαραίτητα να έχουν αυτήν την επίγνωση ή αξίωση, το πρόταγμα της πρώιμης φεμινιστικής διεκδίκησης.

Γνωστές και άγνωστες μαζί, (Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Αμπατζή, Ισμήνη Διατσέντε, Κατίνα Χωματιανού, Κίτσα Κορίνα, Στέλλα Βογιατζή, Σοφία Καρίβαλη, Νταίζη Σταυροπούλου κ.α.) οι γυναίκες του ρεμπέτικου συνέθεσαν ένα ημιτελές πρελούδιο χειραφέτησης. Δεν τις οδήγησε η σκέψη ή η θεωρία εκεί, τις οδήγησε το ένστικτο και κυρίως η επιθυμία τους, σε μια εποχή που αυτές οι έννοιες ήταν εξοστρακισμένες από τη διευθέτηση της κοινωνικής ζωής.

Δεν ήταν η πολιτικοποίησή τους φεμινιστική, αλλά η βιωμένη τους πραγματικότητα εμπεριείχε νοήματα γυναικείας ανεξαρτησίας. Κάποιες από αυτές έθιξαν ζητήματα όπως η ερωτική απελευθέρωση και οι εναλλακτικές σεξουαλικότητες, που το φεμινιστικό κίνημα άρθρωσε συνεκτικά τη δεκαετία του ’60, άλλες αποποιήθηκαν οικογένειες και παιδιά, πράξεις που ακόμα και σήμερα θεωρούνται αιρετικές και βέβηλες για όσους ορκίζονται στην «αγία ελληνική οικογένεια».

 Κάποιες τις κάνανε και τους χρωστάμε μία αναγνώριση, όπως αυτή που κάνει το Κ.Θ.Β.Ε, με αυτό το πανηγύρι – μνημόσυνο, θα έλεγα.

Όμως, τη δουλευμένη αυτή παράσταση στιγματίζει ένα μεγάλο μείον. Δεν υπάρχει η ανδρική φιγούρα. Μεγάλη απουσία. Στα κατώγια της εποχής, στα ρεμπετάδικα, πολύ περισσότερο στην Αμερική, θαμώνες ήταν κυρίως άνδρες κι οι γυναίκες στο πάλκο. Κάτι σκόρπια λογάκια, όπως «εμείς είμαστε οι άνδρες της ζωής μας» και «δουλεύουμε σαν άνδρες, ερωτευόμαστε και γυναίκες, κλπ» δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη λειψανδρία στην παράσταση. Δε χωνεύεται εύκολα το ζεϊμπέκικο στην πίστα εκείνης της εποχής, από γυναίκες μόνο. Σοκάρεται το αυτί όταν ακούει νταλγκάδες τύπου «ωωχ Παναγία μουυυυ» από γυναίκειο στόμα. Θα θέλαμε στα καπηλειά και στο «Marica’s club» να βλέπαμε άνδρες θαμώνες, να χορεύουν, να τραγουδάνε, να καπνίζουν, να μιλάνε μόρτικα, γιατί όχι, κι ας μην είχανε ρόλους. Η παρουσία τους θα γέμιζε τη σκηνή και θα έκανε το όλο εγχείρημα εξαιρετικά ενδιαφέρον και πειστικό. Ο συγγραφέας δεν το ήθελε, αλλά ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να το προσθέσει, ως δικό του εύρημα, αλλά το άφησε να κυλήσει λειψό.

Ωστόσο, ο κόσμος διασκεδάζει, τραγουδάει, χειροκροτεί σε κάθε τραγούδι τις επτά κυρίες της σκηνής και τις αποθεώνει στο φινάλε.

 Να σημειώσω ότι το έργο έχει γραφτεί από τον Οδυσσέα Ιωάννου για τρία γυναικεία πρόσωπα. Τη Μαρίκα 1 (που είναι και δεν είναι η Νίνου). Τη Μαρίκα 2 (που είναι και δεν είναι η Παπαγκίκα). Την κόρη της Νίνου (εντελώς επινοημένο πρόσωπο, η Νίνου είχε γιο). Και κάποια ακόμη γυναικεία πρόσωπα με σκηνική δράση.

Οι συντελεστές της, βεβαίως, δούλεψαν με σεβασμό απέναντι σ’ αυτές τις «Μαρίκες» και συμπύκνωσαν προσωπικές τους ιστορίες μέσα από χρονικές περιόδους ελληνικής ιστορίας, βοηθούντων των σκηνικών της Δανάης Πανά, των κοστουμιών του Νίκου Χαρλαύτη, των ατμοσφαιρικών φωτισμών του Στέλιου Τζολόπουλου, του βίντεο -αρτ, της χορογραφίας της Στέλλας Εμίνογλου, της ζωντανής μουσικής επί σκηνής, ενώ οι τρεις τσιγγάνες που τις ονόμασαν μοίρες, η χαρτορίχτρα και η αφήγηση, αποτέλεσαν – ως εύρημα – τον πυλώνα πάνω στον οποίο χτίστηκε το οικοδόμημα της μουσικοθεατρικής συνάντησης όλων αυτών των δυνάμεων στη Σκηνή «Σωκράτης Καραντινός». Πολύ καλές οι νεαρές ηθοποιοί που παίζουν, τραγουδούν και χορεύουν.

 ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία: Αστέριος Πελτέκης, Σκηνικά: Δανάη Πανά, Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης, Μουσική Σύνθεση- Ενορχήστρωση: Γιώργος Ανδρέου, Χορογραφίες: Στέλλα Εμίνογλου, Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος, Video&graphics: MikeRafail, Βοηθοί σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα, Εύη Σαρμή, Οργάνωση παραγωγής: Χριστόφορος Μαριάδης (έως 28/2/2024), Φιλοθέη Ελευθεριάδου (από 29/2/2024)
 
*Βοηθός φωτιστή, στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης ΤουλίνΟσμάν

Διανομή: Λίλη Αδρασκέλα (Κλωθώ), Παναγιώτα Βιτετζάκη (Κόρη), Ηρώ Δημητριάδου (Άτροπος), Εύη Σαρμή (Χαρτορίχτρα), Χρύσα Τουμανίδου (Λάχεσις)
Έκτακτη αντικατάσταση: Ελένη Γιαννούση, Χαρά Γιώτα, Εύη Κουταλιανού

Ερμηνεύουν: Ελένη Τσαλιγοπούλου, Κορίνα Λεγάκη
Αφηγήτρια: Παναγιώτα Βιτετζάκη
 
Μουσικοί επί σκηνής:
Τραϊανός Αλμπανούδης (κοντραμπάσο), Γιώργος Ανδρέου/ Σάκης Κοντονικόλας (πιάνο), Μαριάνθη Θεμελή (τρομπέτα), Βαγγέλης Καλαμάρας (τύμπανα), Χρήστος Μακρής (φλάουτο), Παύλος Παφρανίδης (μπουζούκι), Ζωγράφος Σταυρίδης (ακορντεόν), Σπύρος Χατζηκωνσταντίνου (κιθάρα), Κωνσταντίνος Σακαρέλης/ Γιώργος Πουλιανίτης (όμποε)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
 


Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button