Πολιτισμός

«Η νύχτα της Ιγκουάνα»: Το κύκνειο άσμα του Tennessee Williams και πάλι στο Κ.Θ.Β.Ε.

Πρόλογος

Ως προς την παραστατική του ιστορία, το έργο «Η νύχτα της ιγκουάνα» δοκιμάστηκε για πρώτη φορά επί σκηνής το 1961 στο Σικάγο. Παρά τις δυσμενείς κριτικές που απέσπασε, η παραγωγή μεταφέρθηκε τον επόμενο χρόνο στο Broadway, όπου η υποδοχή του έργου στη Νέα Υόρκη υπήρξε ενθουσιώδης. Εκεί, το έργο ολοκληρώνει 316 παρουσιάσεις και κερδίζει το βραβείο κριτικών της Νέας Υόρκης τέταρτης καλύτερης δραματικής παράστασης, αλλά και το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για τη «Χάνα» της Margaret Leighton.

Στην Ελλάδα ανεβαίνει για πρώτη φορά το 1964 στο «Θέατρο Τέχνης» από τον Κάρολο Κουν. Θα πρέπει να περάσουν σχεδόν 30 χρόνια για να παρουσιαστεί εκ νέου το έργο στην ελληνική σκηνή. Αυτή τη φορά το 1991 από το Κ.Θ.Β.Ε. σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά. Στη συνέχεια σκηνοθετήθηκε από τον Αλέξανδρου Κοέν το 2012, ο οποίος αφαίρεσε ένα μεγάλο μέρος του, αναπροσαρμόζοντας τη ροή της δράσης με αποσπάσματα από το ομώνυμο διήγημα.

«Η νύχτα της ιγκουάνα» ανέβηκε το 2018 και στην Κύπρο, ενώ το 2020 παραστάθηκε στο θέατρο «Πορεία» Αθηνών. Φέτος, η Ελένη Γκασούκα το σκηνοθετεί για το Κ.Θ.Β.Ε.

Στο μεταξύ, έχει διασκευαστεί για δύο κινηματογραφικές ταινίες. Στην πρώτη έκδοση του 1964, πρωταγωνίστησε ο Ρίτσαρντ Μπάρτον σε σκηνοθεσία Τζον Χιούστον. Η παραγωγή αυτή κέρδισε τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ. Μια δεύτερη σερβο-κροατική μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο, έγινε το 2000 από τον Janusz Kica.

Υπόθεση

Ο συγγραφέας τοποθετεί το έργο του στην έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Καλοκαίρι του 1940 στο Μεξικό, μέσα στην τροπική ζέστη υπάρχει ένα παρακμιακό ξενοδοχείο, που το διευθύνει η όμορφη χήρα Μαξίν με τη βοήθεια δύο νεαρών Μεξικανών, οι οποίοι είναι, ταυτόχρονα, εραστές της. Σύμφωνα με το πρωτότυπο κείμενο, ήδη, διαμένει σ’ αυτό μια οικογένεια Γερμανών τουριστών, καρικατούρες πειθαρχίας και έλλειψης φαντασίας, αλλά στη συγκεκριμένη παράσταση παραλείπονται, προφανώς για λόγους οικονομίας. Χρήματος και χρόνου.

Καινούργιοι επισκέπτες έρχονται στο ξενοδοχείο. Ο τέως ιερωμένος και νυν ξεναγός μιας ομάδας θρησκόληπτων καθολικών γυναικών, ο Σάννον, η ζωγράφος Χάνα με τον παππού της και μερικά ακόμη πρόσωπα. Ο Σάννον, η Χάνα και η Μαξίν αποτελούν ένα τρίγωνο, που είναι ο κεντρικός πυρήνας του έργου.

Η δράση αρχίζει και τελειώνει μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο και οι πράξεις των ηρώων σημαδεύονται από τους θρήνους ενός ζώου, μιας ιγκουάνα, που οι νεαροί Μεξικανοί έχουν αιχμαλωτίσει και δέσει, για να τη σκοτώσουν και να τη μαγειρέψουν το επόμενο πρωί. Έτσι, ο συμβολικός συνεχής κλαυθμός της ιγκουάνα πλαισιώνει ηχητικά τις αδιέξοδες συζητήσεις των ηρώων. Με το ξημέρωμα το μεν ζώο κερδίζει την ελευθερία του, οι δε άνθρωποι παίρνουν χωριστούς δρόμους, ακολουθώντας ο καθένας τη δυσοίωνη μοίρα του.

Ανάγνωση

Όλη η ευρωπαϊκή αλλά και η νοτιοαμερικανική και βορειοαμερικανική λογοτεχνία και το θέατρο, έχουν να επιδείξουν μια αξιόλογη σε όγκο και ποιότητα θεματική γύρω από τη ζωή, τα ήθη, τα πάθη, τις προσδοκίες και τα σύνδρομα του επαρχιακού βίου.

Μια διαπίστωση που κάνει ένας μελετητής, έχει να επιδείξει μια έξοχη πινακοθήκη γυναικείων χαρακτήρων που ζουν μέσα στα στενά πλαίσια κλειστών κοινωνιών, κυρίως στην απομονωμένη επαρχία ή στην εξοχή. Από τη μαντάμ Μποβαρί του Φλομπέρ ως τη Στέλλα Βιολάντη του Ξενόπουλου, από τις τρεις αδερφές του Τσέχωφ, την Έντα Γκάμπλερ του Ίψεν, ως τη Γέρμα του Λόρκα κι από τα κορίτσια της Μπερνάρντα Άλμπα ως τη Χάνα και τη Μαξίν του Τενεσί Ουίλιαμς, αστές, μικροαστές, κορίτσια και παντρεμένες γυναίκες περιφέρουν την πλήξη, την ερωτική στέρηση, τις φαντασιώσεις, τα όνειρα και τους εφιάλτες των αποδράσεων, σε κλειστούς χώρους και περιφραγμένα κτήματα, με καταδυναστευόμενες ορμόνες που εξελίσσονται σε υστερικά σύνδρομα.

Στη «Νύχτα της ιγκουάνα» ο Ουίλιαμς προσφέρει και πάλι την ποιητική του φωνή δημιουργώντας μοναδικούς σε λυρισμό διαλόγους και μονολόγους. Ακόμη και οι σκηνικές του οδηγίες, ιδιαίτερα στην περιγραφή του εξωτικού σκηνικού ή των φυσικών φαινομένων, όπως η επερχόμενη καταιγίδα, οι κραυγές των πουλιών, η θάλασσα, ο άνεμος, η βροχή, αποκαλύπτουν μοναδικές εικόνες, σχεδόν ποιητικές. Οι συμβολισμοί είναι διάχυτοι στο έργο, με βασικότερο αυτόν της ιγκουάνα, η οποία συμβολίζει όλα τα ψυχικά στάδια που βιώνει ο Σάννον: το κυνήγι, την αιχμαλωσία και την απελευθέρωση.

Το τέλος του έργου φαίνεται αναπάντεχα θετικό, αφού όλοι απελευθερώνονται από κάτι: η ιγκουάνα από την αιχμαλωσία, ο υπερήλικας ποιητής, Τζόναθαν Κόφιν, από το τελευταίο του ποίημα και τη ζωή, η Χάνα από την απόλυτη δέσμευση στον παππού της και ο Σάννον από τις ενοχές του.

Η Παράσταση

Η πλοκή του Ουίλιαμς δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να συγκεντρώνει ανόμοιες ψυχές που δεν ξέρουν πού να βρουν καταφύγιο, ώστε να μπορέσουν να ξεπεράσουν τους δαίμονές τους. Ο Σάννον, ο οποίος ηγείται μιας περιοδείας τουριστών στο Μεξικό, σέρνει μαζί του και μια αρνητική υστεροφημία, από τότε που κυκλοφόρησε η είδηση ​​ότι αποπλάνησε ένα 16χρονο κορίτσι σε λεωφορείο, όντας ιερωμένος.

Όπως παριστάνεται, ωστόσο, δεν είναι καθόλου ο τυπικός, ξεπεσμένος τέως κληρικός. Κατά την ιδιαίτατη ερμηνεία του ηθοποιού Γιώργου Κολοβού, αυτός ο Σάννον είναι πολύ πιο πάνω, επειδή αμφιταλαντεύεται, αυτοκατακρίνεται και πλησιάζει τη γυναικεία ψυχολογία, κατά διαστήματα. Θα μπορούσε να είναι ο αδερφός της Μπλάνς Ντυμπουά. Η θηλυκή, θα λέγαμε, ευαισθησία του υπογραμμίζει τον πανικό του και προσδίδει μια χαρακιά, σαν από ξυράφι, στον απεγνωσμένο του ψυχισμό.

Η Άννυ Τσολακίδου παίζει εύστοχα τη δοτική και ηθική Χάνα, η οποία σκιτσάρει τους τουρίστες για τα προς το ζην. Αλλά οι τουρίστες κάποια στιγμή φεύγουν και η υγεία του παππού κλονίζεται. Η Χάνα φτάνει στο ξενοδοχείο «Costa Verde» με τον γηραιό ποιητή- παππού της σε αναπηρικό καροτσάκι. Η ετσιθελική εγκατάστασή της και μόνο, είναι πολιτικό πραξικόπημα.

Η αγάπη της για τον γέροντα Κόφιν είναι μια σπάνια νότα προσφοράς σε αυτό το ασυμβίβαστο σύμπαν. Όταν εκείνος πεθαίνει, η ψυχική της δύναμη καταρρέει, αν και κάνει τα πάντα για να μην το δείξει. Η ερμηνεία της Τσολακίδου – υπέροχη στη λιτότητα της, γενναία στη σεμνότητά της – αξιολογείται ως μία από τις καλύτερες της ηθοποιού.

Ο Κώστας Σαντάς, από την πλευρά του, φροντίζει ώστε ο εξαθλιωμένος Κόφιν να είναι μια πραγματικά μπεκετική φιγούρα, με κούφιο σκαρί αλλά πνευματώδης και χιουμορίστας. Σε όλο το έργο μουρμουρίζει ξανά και ξανά κομμάτια από αυτό που θα γίνει το τελευταίο του ποίημα και το επιστέγασμά του. Τον έσχατο στίχο, όταν επιτέλους ολοκληρώνεται, τον απαγγέλει με όση δύναμη του επιτρέπουν οι συρρικνωμένοι πνεύμονές του. Η γενναιοδωρία της προσπάθειας και η απόλυτη ματαιότητά της, είναι βαθιά συγκινητική. Ο έμπειρος ηθοποιός κερδίζει και πάλι το κοινό με τη λεπτοδουλεμένη ερμηνεία του.

Η Μαξίν, η λαμπερή ιδιοκτήτρια ξενοδοχείου, είναι μια ζωηρή και σαγηνευτική χήρα. Η θελκτική στην εμφάνιση και εξαιρετική στην έκφραση ηθοποιός Κλειώ- Δανάη Οθωναίου, χρησιμοποιεί την ελκυστική εξωτερική της όψη ως σκληρό κέλυφος, για να καλύψει όλα τα τρωτά σημεία ενός προικισμένου από τη φύση θηλυκού, που αισθάνεται ότι ο χρόνος δεν είναι πλέον με το μέρος του. Όπως όλοι οι άλλοι, έτσι και η Μαξίν, που φανερά ορέγεται και την ορέγονται τα αρσενικά, μας δείχνει ότι οδεύει προς αναπόφευκτη κατάρρευση.

Η αυστηρά συντηρητική Τζούντιθ της Γιολάντας Μπαλαούρα, είναι μια πειστικά θρησκόληπτη γυναίκα, με έντονη την αίσθηση της εξουσίας, ως αρχηγός της ομάδας τουριστριών. Η δε Ιώβη Φραγκάτου, διαθέτει φρεσκάδα και υπέροχη φωνή κι ερμηνεύει επαρκώς τη νεαρή και στερημένη Σάρλοτ, τη διψασμένη για αγάπη και έρωτα, ώστε να γίνεται το επόμενο εύκολο θήραμα του Σάννον.

Ιδανικοί στη σκηνική τους εμφάνιση και πειστικοί εραστές, οι: Νίκος Τσολερίδης και Λευτέρης Δημητρόπουλος.

Το επίκεντρο του έργου είναι η μεγάλη σκηνή της τρίτης πράξης μεταξύ του Σάννον και της Χάνα. Δεμένος σε μια αιώρα, ο καλός ηθοποιός Γιώργος Κολοβός, είναι σχεδόν παραδομένος στην άργητα. Τον ηρεμεί ένα φλιτζάνι τσάι . Η ευπροσήγορη, προσηνής Χάνα και ο βασανισμένος κληρικός αφήνονται να αναγνωρίσουν ο ένας τους δαίμονες του άλλου. Κανονικά, αυτή η κατανόηση είναι μια δικαίωση της πίστης της Χάνα στις «σπασμένες γέφυρες» μεταξύ των ανθρώπων, είναι μια δραματική ανταμοιβή. Δική τους και δική μας. Δύο ταραγμένες ψυχές μοιράζονται τον πόνο και την αδυναμία τους.

Η σκηνοθέτις Ελένη Γκασούκα άντλησε από το έργο πολλά περισσότερα από τα προφανή. Τη σεξουαλική ελευθερία που συγκρούεται με τον πουριτανισμό και τη θρησκοληψία, τη σαρκική ηδονή που παλεύει με το αίσθημα της ενοχής και το ασυνείδητο που βρίσκει ρωγμές για να ανεβεί στην επιφάνεια και να επιβληθεί στις τραυματισμένες προσωπικότητες των ηρώων. Παράλληλα, ανοίγει νέους δρόμους ανάγνωσης αποκαλύπτοντας περισσότερο την προσωπικότητα του βασανισμένου καλλιτέχνη πίσω από τη δημιουργία του.

Είναι δε σαφές, από τη σκηνοθετική προσέγγιση του κειμένου και από την ερμηνεία που αποσπά η Ελένη Γκατσούκα από τους ηθοποιούς, ότι αυτοί οι χαρακτήρες παλεύουν να απελευθερωθούν από εφιαλτικά δεσμά, όπως ακριβώς το δεμένο ιγκουάνα στριφογυρίζει κάτω από τη βεράντα. Μόνο ο θάνατος ή μια θαυματουργή πράξη ελέους μπορεί να τους απελευθερώσει. Κατά συνέπεια, η σκηνοθέτις χτίζει την ένταση μέχρι το τέλος, όταν ο Κόφιν, έχοντας απαγγείλει το ποίημά του, ξαφνικά παύει να αναπνέει. Σχεδόν απαρατήρητο το τραγικό συμβάν για τα κύρια πρόσωπα, όμως αργότερα μεγιστοποιείται και αποβαίνει καταστροφικό γι’ αυτά.

Σε όλα τα μέτωπα το διακύβευμα σταδιακά αυξάνεται. Οι γυναίκες στο τουριστικό λεωφορείο φωνασκούν σαν λαϊκές φιγούρες της γειτονιάς. Ο Πέδρο, ο νεαρός Μεξικανός εραστής της Φωλκ(Λευτέρης Δημητρόπουλος), επιδίδεται σε μια κολοσσιαία έκρηξη θυμού όντας μεθυσμένος, ενώ ο Τζέϊκ Λάτα (Χρίστος Νταρακτσής) έρχεται στη τρίτη πράξη για να αντικαταστήσει τον Σάννον, ως ακατάλληλο για την ταξιδιωτική εταιρεία του και συγκρούεται μαζί του με βία.

Μετά από μια τέτοια εξέλιξη, αυτή η «νύχτα της Ιγκουάνα» εξουδετερώνει κάθε απομεινάρι της παλιάς άποψης του μαρασμού και των φασιστικών βρυχηθμών.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη αφορούν έναν τόπο, όπου οι σκληρές έννοιες του καλού και του κακού γίνονται μαλακές στον ήλιο, και ο Θεός συνομιλεί με τον Διάβολο.

Το λειτουργικό σκηνικό απεικονίζει το ξενοδοχείο Costa Verde (πράσινη ακτή) και είναι ακριβώς το σημείο, όπου καλούνται οι ηθοποιοί να παίξουν μανιχαϊστικά, ακραία, για να βρουν μια μέση θέση στη γεμάτη ηθικές αντιφάσεις υπόθεση του έργου.

Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου ντύνει τις σκηνές µε τρόπο υποδηλωτικό, αφηγηματικό, περιγραφικό.

Ο σημαντικός στοχαστής, συγγραφέας και μεταφραστής Δημήτρης Δημητριάδης, υπογράφει τη μετάφραση, η οποία συμπίπτει με τον ρυθμό, την τονικότητα και την ποίηση του Ουίλιαμς, με απόλυτη ακρίβεια.

Επίλογος

Τενεσί Ουίλιαμς! Ο «καταραμένος ποιητής» του αμερικανικού θεάτρου, ο καλλιτέχνης που έκανε τη ζωή του θέατρο και τα πάθη τού τραυματισμένου «Εγώ» του ρυθμιστές της σκηνικής του γλώσσας. Ο καλλιτέχνης που, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον Αμερικανό δραματικό συγγραφέα, έσπρωξε τον εγχώριο ρεαλισμό πέρα από την καταγραφή της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, προς το συναίσθημα και τον ψυχισμό.

Χωρίς ιδιαίτερες αφηγηματικές ικανότητες ή βαθυστόχαστες και πρωτότυπες ιδέες, χωρίς ξεκάθαρη εικόνα για πολλούς από τους χαρακτήρες του, χωρίς ιδιαίτερους κοινωνικούς ή ιδεολογικούς προβληματισμούς (σ’ αντίθεση με τον άλλο μεγάλο της εποχής του, τον Άρθουρ Μίλερ), θα περίμενε κανείς μια πλήρη αποτυχία ή, στη καλύτερη περίπτωση, μια «χρυσή μετριότητα». Κι όμως, το έργο του όχι μόνον επιπλέει, αλλά κι ορθώνεται μπροστά μας, σαν καταξιωμένη ποιητική μαρτυρία θαυμαστής ευαισθησίας και σκηνικής αρτιότητας.

Όπως ο Τσέχοφ, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Αμερικανό συγγραφέα, ο Ουίλιαμς προσφέρει έναν ύμνο στην ανθρώπινη αντοχή με τη «Νύχτα της ιγκουάνα», αυτή την ιστορία κατάρρευσης και σεξουαλικής υστερίας, που παρουσιάζεται φέτος στη σκηνή της Ε.Μ.Σ από το Κ.Θ.Β.Ε σε μια εμπνευσμένη σκηνοθεσία από την Ελένη Γκατσούκα.

Συντελεστές

ΣυγγραφέαςΟυίλιαμς Τενεσί

Μετάφραση: Δημητριάδης Δημήτρης

Σκηνοθεσία: Γκασούκα Ελένη

Σκηνικά: Ζαμάνης Κωνσταντίνος

Κοστούμια: Ζαμάνης Κωνσταντίνος

Μουσική: Οικονόμου Θοδωρής

Σχεδιασμός ήχου: Οικονόμου Θοδωρής

Φωτισμοί: Μολυβδά -Φαμέλη, Ζωή

Βοηθός σκηνοθέτη: Κάλφας Άγγελος

Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Νταρακτσής Χρίστος

Βοηθός σκηνογράφου: Πανά Δανάη

Βοηθός ενδυματολόγου: Πανά Δανάη

Οργάνωση παραγωγής: ΒερσιούρενΜαρλέν

Ηθοποιοί

Οθωναίου Κλειώ, Δανάη (ΜαξίνΦωλκ)

Τσολερίδης Νίκος (Πάντσο)

Δημηρόπουλος Λευτέρης (Πέδρο)

Κολοβός Γιώργος (Αιδεσιμώτατος Λάρι Σάννον)

Φουντούλης Μανώλης (Χανκ, Ταξιδιώτισσα)

ΜπαλαούραΓιολάντα (Τζούντι Φέλλοους)

Τσολακίδου Άννη (Χάνα Τζελκς)

ΦραγκάτουΙώβη (ΣάρλοτΓκούντολ)

Σαντάς Κώστας (ΤζόναθανΚόφιν)

Νταρακτσής Χρίστος (ΤζέικΛάτα, Ταξιδιώτισσα)

Σημείωση Καλλιτεχνικής Διανομής

Βοηθός σκηνογράφου (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Πιπερίδου Σοφία

Κατάλληλο για ηλικίες άνω των 16 ετών

Βασιλικό Θέατρο (28/10/2022 – 04/12/2022)

«Η νύχτα της ιγκουάνα» παρουσιάζεται κατόπιν ειδικής συμφωνίας με το Πανεπιστήμιο του Νότου, Sewannee, Τενεσί.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button