Πολιτισμός

Ευριπίδη «Φοίνισσες» από το Εθνικό θέατρο στο 64ο  Φεστιβάλ Φιλίππων

Πρόλογος

Το έργο ανέβηκε ανάμεσα στο 411 και 406 π.Χ.

Τον Χορό συγκροτούν γυναίκες από τη Φοινίκη. Η Φοινίκη συμβολίζει το παρελθόν αλλά και τη νεανική ψυχραιμία ή ανεμελιά, όπως ακριβώς οι Δελφοί παραπέμπουν στην επιθυμητή θρησκευτική γαλήνη. Αντίθετα, η Θήβα καθρεφτίζει όχι μόνο το αφηγηματικό παρόν, αλλά και την απελπισία, τον τρόμο, την απόγνωση των νεαρών κοριτσιών που «οσμίζονται» τον εμφύλιο πόλεμο να πλησιάζει.

Ο Ευριπίδης δεν είναι ο πρώτος που καταπιάνεται με τον μύθο της εκστρατείας των «Επτά» εναντίον της Θήβας. Ποιο, όμως, είναι εκείνο το στοιχείο που κάνει τις Φοίνισσες να ξεχωρίζουν από τις προγενέστερες δραματοποιήσεις του ιδίου μύθου; Είναι, σαφώς, ο τρόπος με τον οποίο ο Ευριπίδης διαχειρίζεται την πλοκή. Πλάθει καινούρια δραματική αφήγηση με πρώτη ύλη το παραδεδομένο μυθολογικό υλικό. Είναι, επίσης, η πολλαπλότητα των επεισοδίων, η έντονη και ζωηρότατη σκηνική δράση και, κυρίως, οι συνεχείς διαψεύσεις των προσδοκιών των θεατών στο έργο αυτό. Ανατρέποντας συνεχώς τις παραδεδομένες εκδοχές του μύθου και ειδικά την αισχύλεια, ο Ευριπίδης δημιουργεί μία δράση γεμάτη προκλήσεις, εκπλήξεις και σασπένς, που εντυπωσιάζει χάρη στον όγκο και την ευρύτητά της.

Οι Φοίνισσες δεν αφηγούνται απλώς , όπως οι «Επτά», την πορεία του Ετεοκλή προς τη μοιραία και λυτρωτική για την πόλη, πτώση. Οι Φοίνισσες είναι, θα πω, η τραγική ιστορία τριών γερόντων γονέων: του Οιδίποδα, της Ιοκάστης και του Κρέοντα, που βλέπουν τα παιδιά τους να σκοτώνονται και, ανήμποροι να αντιδράσουν, παρασύρονται στον όλεθρο. Είναι , επίσης, η τραγική ιστορία δύο γιων και αδελφών: ενός κυνικού αριβίστα, του Ετεοκλή, που δεν ορρωδεί προ ουδενός, προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία και ενός αποφασισμένου εκδικητή, του Πολυνείκη, που, ενώ διατηρεί σαφώς το δίκιο με το μέρος του, χάνει το ηθικό του πλεονέκτημα, αφού αποφασίζει να εισβάλει στην πατρική του γη.

Υπόθεση

Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή του έργου ο Πολυνείκης, διωγμένος και αδικημένος από τον αδερφό του καταφεύγει στο Άργος, όπου παντρεύεται την κόρη του βασιλιά Αδράστου και εκστρατεύει με στρατό εναντίον της Θήβας. Η μητέρα του (Ιοκάστη) μάταια προσπαθεί να τους συμφιλιώσει. Ο Τειρεσίας προβλέπει ότι η νίκη θα είναι με τους Θηβαίους, εφόσον γίνει ο Μενοικέας (γιος του Κρέοντα) σφάγιο στον Άρη.

Το δράμα προλογίζει η Ιοκάστη που συστήνεται και μας εισάγει στον μύθο. Τελειώνοντας παρακαλεί τον Δία να βοηθήσει αυτήν και τα παιδιά της. Στο δεύτερο μέρος του προλόγου, η Αντιγόνη ανεβαίνει στα τείχη περιμένοντας την άφιξη του αδερφού της Πολυνείκη , που είναι καλεσμένος από τη μητέρα του για να μοιράσουν δίκαια και ειρηνικά την εξουσία. Εκεί τη βρίσκει και συνομιλεί μαζί της η παραμάνα της. Ακολουθεί η πάροδος του Χορού που απαρτίζεται από σκλάβες Φοίνισσες , προφανώς αριστοκρατικής καταγωγής που στάλθηκαν ως ανάθημα της πόλης τους στον θεό Απόλλωνα, για να τον υπηρετήσουν στον δελφικό του ναό.

Ο Πολυνείκης εμφανίζεται και συνομιλεί με τη μητέρα του. Έρχεται και ο Ετεοκλής και επιδίδονται σε έναν λεκτικό αγώνα . Τα δυο αδέρφια εμφανίζονται με εντελώς αντίθετο χαρακτήρα από εκείνον που τους προσάπτει η παράδοση.

Οι διαπραγματεύσεις αποτυγχάνουν. Ο Πολυνείκης φεύγει για να επιτεθεί. Ο Ετεοκλής, με προτροπή του Κρέοντα, μένει να υπερασπιστεί τη Θήβα. Ο Τειρεσίας δίνει φοβερό χρησμό. Ο Κρέοντας αρνείται να θυσιάσει τον γιο του. Για να τον σώσει τον στέλνει στους Δελφούς. Εκείνος προσποιείται πως θα πάει και προχωρά σε αυτοθυσία.

Ένας αγγελιαφόρος αναφέρει ότι η επίθεση των «Επτά» απέτυχε και ότι τα δυο αδέρφια ετοιμάζονται για την τελική αναμέτρηση.

Δεύτερος άγγελος πληροφορεί το παλάτι ότι τα αδέρφια αλληλοσκοτώθηκαν , ενώ η μητέρα τους, Ιοκάστη, αυτοκτόνησε πάνω στα πτώματα των παιδιών της. Λέγει ακόμη , ότι τελευταία επιθυμία του Πολυνείκη ήταν να ταφεί στη γενέτειρά του.

Ο Κρέων, νέος άρχοντας, διατάσσει την εξορία του Οιδίποδα και απαγορεύει την ταφή τού Πολυνείκη . Η Αντιγόνη απορρίπτει αυτήν την εντολή και υπόσχεται να θάψει τον αδερφό της. Διαλύει τον αρραβώνα της με τον Αίμονα, γιο του Κρέοντα, και δηλώνει την πρόθεσή της ν’ ακολουθήσει τον πατέρα της στα δεινά του.

Ανάγνωση

Το έργο είναι ιδιαιτέρως πλούσιο, τόσο σε χαρακτήρες όσο και σε γεγονότα. Το σχέδιό του αποτελεί έξοχο παράδειγμα «ανοικτής» δομής. Συγκεκριμένα, στηρίζεται στον πολλαπλασιασμό των χαρακτήρων και των επεισοδίων. Η πλοκή δεν εκτυλίσσεται γραμμικά ή παρουσιάζοντας τα δραματικά γεγονότα σε ευθεία εξέλιξη, αλλά βασίζεται σε αυτοτελείς σκηνές – επεισόδια. Δεν υπάρχει ένας κεντρικός χαρακτήρας που να κυριαρχεί στη δράση από την αρχή ως το τέλος, αλλά σειρά προσώπων διαδραματίζουν σημαντικό και κρίσιμο ρόλο σε διαφορετικά σημεία του έργου. Υπάρχουν γεγονότα στα οποία προσδίδεται βαρύτητα, όμως η ακριβής σχέση τους με την κύρια δράση εξαρτάται από την ερμηνεία.

Και ο δραματικός χρόνος, επίσης, δεν είναι γραμμικός. Αντιθέτως, το παρελθόν διακόπτει συνεχώς και επηρεάζει το παρόν, ώστε να γίνεται κατανοητό πως τα γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους, αλλά και επαναλαμβάνονται. Η αιτιατή σύνδεση δεν ακυρώνεται, τουναντίον, εμπλουτίζεται από παραλληλισμούς και αντιθέσεις, που οδηγούν τους θεατές σε στοχασμούς.

Ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί υποδειγματικά τον μυθικό καμβά της προγενέστερης γνωστής ιστορίας της Θήβας, προκειμένου να οικειοποιηθεί στοιχεία, τα οποία στη συνέχεια παραλλάζει. Ο ποιητής δίνει την εντύπωση του ταλαντούχου τεχνίτη, ο οποίος διατηρεί τη βάση ενός προηγούμενου οικοδομήματος για να φτιάξει, τελικά, κάτι εντελώς καινούργιο.

Η παράσταση

Ο σκηνοθέτης επιχειρεί να φέρει το κοινό σε επαφή μ’ ένα έργο, όπου ο ποιητής Ευριπίδης αφηγείται μια ανατρεπτική εκδοχή του μύθου των Λαβδακιδών. Εκτυλίσσεται τη μέρα που ο Πολυνείκης έχει κυκλώσει με στρατό τη Θήβα, διεκδικώντας από τον αδελφό του Ετεοκλή να τηρήσει τη συμφωνία τους, με όρο να βασιλεύουν εκ περιτροπής στην πόλη.

Ο Γιάννης Μόσχος είχε δηλώσει αρκετά νωρίς : «το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι ο Ευριπίδης βάζει στον μύθο έναν Χορό-παρατηρητή, που μπορεί να δει από απόσταση και να ανακαλέσει όλο το ιστορικό παρελθόν της Θήβας. Είναι αφηγήτριες όλου του κύκλου των Λαβδακιδών, αλλά πηγαίνουν πολύ πίσω, κι αυτή η ιστορική ανασκόπηση αναφέρεται σε πολλά ονόματα και μυθολογικά στοιχεία που σήμερα, ακόμα κι εγώ που διάβασα και ξαναδιάβασα το έργο, με τη βοήθεια του μεταφραστή και της δραματολόγου μου, δυσκολεύτηκα να καταλάβω ποιος είναι ποιος και τι ακριβώς συμβαίνει.

Ο σύγχρονος θεατής δε θα μπορέσει να επικοινωνήσει μ’ αυτό το κομμάτι. Δεν μπορεί να δει την παράσταση με το «λυσάρι». Άρα, το θέμα μου είναι με ποιον τρόπο θα παρακολουθήσει ο θεατής το έργο, θα μπει στην ιστορία, δε θα μπερδευτεί με τα δεκάδες ονόματα. ‘Έτσι, προχώρησα σε μια δραματουργική παρέμβαση στα χορικά απλοποιώντας τα, κρατώντας τον θεματικό πυρήνα, ώστε να καταλάβει το κοινό αυτό που εκτυλίσσεται μπρος στα μάτια του και πώς συνδέεται το χορικό με το πριν και το μετά των επεισοδίων».

Η κατά Γιάννη Μόσχου παράσταση συμπυκνώνει τον πνευματικό μόχθο και την αγωνία μιας ομάδας καλλιτεχνών στην υπηρεσία του αρχαίου δράματος και συγκεφαλαιώνει σε μια σύγχρονη σκηνική διατύπωση, την κατακτημένη γνώση μιας έρευνας στη δουλειά του Ευριπίδη, αλλά και του Αισχύλου. Είναι καλά δομημένη και ενσωματώνει υφολογική διαύγεια, πλαστική καθαρότητα, ακριβή αίσθηση της κλίμακας των μεγεθών του αρχαίου ποιητικού λόγου και μια κατάθεση επαγγελματικής ευθύνης που καταδύεται στην ταπεινότητα και μετουσιώνεται σε πνευματική άσκηση. Οπωσδήποτε, η παράσταση εμπεριέχει την κιβωτό της γνώσης του Νικηφόρου Παπανδρέου, που υπογράφει την μετάφραση.

Τα σκηνοθετικά ευρήματα εντυπωσιακά, από την έναρξη ακόμη. Ο πρόλογος του έργου δεν αποδόθηκε από την Ιοκάστη, όπως ορίζει ο Ευριπίδης, αλλά πολυφωνικά από τον δεκαμελή γυναικείο Χορό των Φοινισσών. Ευφυής ιδέα του Γιάννη Μόσχου, που στην παρθενική του σκηνοθεσία αρχαίου δράματος ευτύχησε στη σύλληψη και στην εκτέλεση, καθώς μας χάρισε μία εισαγωγή ιδιαίτερα δυναμική και κινητοποίησε το ενδιαφέρον μας. Γρήγορα η ιδέα ενισχύθηκε από την ευφάνταστη σύσταση των κεντρικών ηρώων της τραγωδίας, μέσω των πολύχρωμων βιντεοπροβολών (video design: Αποστόλης Κουτσιανικούλης), πάνω στο άχρωμο λιτό σκηνικό. Δυο κάθετες επιφάνειες που σχημάτιζαν ορθή γωνία, έγιναν το παλάτι που σχεδίασε η Τίνα Τζόκα. Το εύρημα του βίντεο ο σκηνοθέτης το συνέχισε ως το τέλος της παράστασης είτε άρεσε είτε κούρασε η επανάληψη.

Ο Χορός: Νεφέλη Μαϊστράλη, Ζωή Μυλωνά, Ελπίδα Νικολάου, Σταύρια Νικολάου, Κατερίνα Παπανδρέου, Κατερίνα Πατσιάνη, Ελίνα Ρίζου, Μαριάμ Ρουχάτζε, Θάλεια Σταματέλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη, ήταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής της βραδιάς και δικαίως απέσπασε και το θερμότερο χειροκρότημα, επειδή αυτός ανέδειξε όλες τις κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, αλλά και τα πάθη των ηρώων του μύθου. Σαν σμήνος από ωδικά πτηνά στριφογύριζε κυκλικά κάτω από τη σκιά της Σφίγγας (Σεσίλ Μικρούτσιοκου) και γλυκόλαλα τραγουδούσε τα παρελθόντα, τα παρόντα και τα μελλούμενα παρασύροντας αρκετά συχνά στον ρυθμό του και τους ήρωες του έργου.

Προσανατολισμένοι από την μετάφραση και τη σκηνοθετική ανάγνωση στη ρεαλιστική αλήθεια του ευριπίδειου λόγου, οι ηθοποιοί τον υπηρέτησαν στο μέτρο της υποκριτικής παιδείας, εμπειρίας και ιδιοσυστασίας τους.

Η Ιοκάστη της Μαρίας Κατσιαδάκη αποστασιοποιήθηκε από τα εγκλήματα του παρελθόντος. Ερμήνευσε μια μορφή αθώα και τραγική μέσα στην οπτιμιστική της αφέλεια και τη μητρική της αγάπη.

Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς λόγω ασθένειας αντικαταστάθηκε από τον εξαιρετικό ηθοποιό Λαέρτη Μαλκότση, ο οποίος υποδύθηκε δυναμικά τον ταλαιπωρημένο Τειρεσία. Αυτός υπέδειξε την ανάγκη για την ανθρωποθυσία του Μενοικέα (Βασίλη Ντάρμα) προκαλώντας την έντονη αντίδραση του Κρέοντα.

Ο Κρέων , σε μια σημαντική σκηνή της παράστασης, ήταν ο τραγικός πατέρας που έλαβε από τον Τειρεσία την είδηση ότι ο γιος του πρέπει να θυσιαστεί, προκειμένου να σωθεί η πόλη. Η αντίδρασή του υπογράμμισε το αντίθετο της μεγαλοψυχίας και του πατριωτισμού που επέδειξε ο Μενοικέας. Ο συμπαθής Χρήστος Χατζηπαναγιώτης προσπάθησε φιλότιμα να υποστηρίξει τον ρόλο του Κρέοντα, που δεν ήταν σκληρός άρχοντας ούτε διέθετε μεγαλείο ψυχής. Αμφιλεγόμενο το αποτέλεσμα.

Η ερμηνεία της Λουκίας Μιχαλοπούλου είχε μέτρο, είχε παλμό, είχε τραγικότητα, είχε σωστή χρήση εκφραστικών μέσων. Η αξιόλογη ηθοποιός μάς έδωσε μια εξαιρετική Αντιγόνη.

Ευσυνείδητες και οι υπόλοιπες ερμηνείες ρόλων από τους επαγγελματίες ηθοποιούς της παράστασης.

Τα κοστούμια της Ιωάννης Τσάμη, εμφατικά αντίθετα. Θαρρείς, έβγαιναν σε ντεφιλέ υψηλής ραπτικής τα βασιλικά μέλη, με εξαίρεση τον παραβεβλημένο ενδυματολογικά Κρέοντα. Ο Τειρεσίας , σε παρελθούσες παραστάσεις εμφανιζόταν με κουρέλια ή με αναπηρικό καρότσι ή με πατερίτσες ή με συνοδό, όμως εδώ ο σκηνοθέτης και η ενδυματολόγος τον έντυσαν με κομψότατο σημερινό κοστούμι. Προσωπικά το χάρηκα πολύ, διότι και μου έδωσε τη σύγχρονη άποψη και δε συνάντησα πουθενά ότι ο μάντης ήταν απαραίτητα πένητας.

Ο Χορός των γυναικών εμφανίστηκε με αέρινα φορέματα κι έτσι ευνοήθηκε εικαστικά η χορογραφία της Amalia Bennet, η οποία ήταν ένας όμορφος συνδυασμός από σύγχρονο χορό και από κινήσεις κλασσικής παράστασης αρχαίου δράματος.

Στο πνεύμα της σκηνοθετικής προσέγγισης και το λιτό χορωδιακό μοτίβο που δίδαξε η Μελίνα Παιονίδου. Ο δε Θοδωρής Οικονόμου, έγραψε άλλοτε chill out music, άλλοτε κινηματογραφική μουσική κι άλλοτε μουσικό χαλί σε αγωνιώδη αφήγηση.

Στο «δια ταύτα» του έργου φάνηκε ότι οι Φοίνισσες προέβαλαν και συνεχίζουν να προβάλλουν έναν κόσμο που κυβερνιέται από αχαλίνωτη εξουσιολαγνεία. Η μόνη φωτεινή εξαίρεση είναι ο Μενοικέας, του οποίου, όμως, η θυσία, δόθηκε σαν ένας μακρινός απόηχος μιας παρελθούσης ηθικής.

Επίλογος

Το 1904 ήταν η πρώτη παρουσίαση του έργου σε νεοελληνική σκηνή, από τον Θωμά Οικονόμου και το τότε Βασιλικό Θέατρο. Ο Αλέξης Μινωτής στο Εθνικό Θέατρο, καταπιάστηκε με το ίδιο έργο στο διάστημα 1960-1988, ενώ το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το επέλεξε δύο φορές: το 1971 σε σκηνοθεσία Θάνου Κωτσόπουλου και το 1999 σε σκηνοθεσία Νίκου Χουρμουζιάδη, όπως μας κατατοπίζει ο σκηνοθέτης της παράστασης στο εισαγωγικό του σημείωμα στο πρόγραμμα του Εθνικού.

Εν κατακλείδι, επρόκειτο για μια σύγχρονη μεν, προσωπική δε ανάγνωση των «Φοινισσών» του Ευριπίδη από τον Γιάννη Μόσχο και τους συνεργάτες του, σ’ αυτήν την φρέσκια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Νικηφόρος Παπανδρέου

Σκηνοθεσία-Δραματουργική προσαρμογή: Γιάννης Μόσχος

Χορογραφία: Amalia Bennett

Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου

Σκηνικά: Τίνα Τζόκα

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Video Design: Αποστόλης Κουτσιανικούλης

Συνεργάτις χορογράφου: Αντιγόνη Γύρα

Επιστημονική σύμβουλος: Ελένη Παπάζογλου

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Νάκου

Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Έλενα Αντωνοπούλου,

Βοηθός σκηνογράφου: Εύα Παπαδουράκη

Σχεδιασμός, κομμώσεων – Περούκες: Χρόνης Τζήμος

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk

Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα

Διανομή (αλφαβητικά):

Αγγελιαφόρος: Γιώργος Γλάστρας

Ιοκάστη: Μαρία Κατσιαδάκη

Σφίγγα: Σεσίλ Μικρούτσικου

Αντιγόνη: Λουκία Μιχαλοπούλου

Παιδαγωγός: Κώστας Μπερικόπουλος

Τειρεσίας: Λαέρτης Μαλκόζης

Μενοικέας: Βασίλης Ντάρμας

Ετεοκλής: Αργύρης Ξάφης

Οιδίπους: Δημήτρης Παπανικολάου

Πολυνείκης: Θάνος Τοκάκης

Κρέων: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης

Χορός (αλφαβητικά):

Νεφέλη Μαϊστράλη, Ζωή Μυλωνά, Ελπίδα Νικολάου, Σταύρια Νικολάου, Κατερίνα Παπανδρέου, Κατερίνα Πατσιάνη, Ελίνα Ρίζου, Μαριάμ Ρουχάτζε, Θάλεια Σταματέλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε επίσης
Close
Back to top button