Πολιτισμός

Είδαμε την ταινία «Σμύρνη μου αγαπημένη» σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Καραντινάκη

Αναμέναμε την πολυδιαφημισμένη και πολυδάπανη ταινία με ενδιαφέρον. Διάρκειας δυόμιση ωρών και τεσσερισήμισι εκατομμυρίων υπερπαραγωγή- για τα ελληνικά δεδομένα – υπερθέαμα, υπέρ εκείνου του φρονήματος που θέλει τους Έλληνες θύματα μιας άγριας εμπόλεμης κατάστασης, απόρροια λαθών από δικής μας πλευράς και απόρροια μίσους και εκδίκησης της απέναντι οθωμανικής.

Όταν μιλάμε για τη Σμύρνη σήμερα, μεταφερόμαστε νοητά στα ματωμένα χώματα του τόπου που αμαύρωσαν για πάντα τις σελίδες της ελληνικής ιστορίας. Στα 100 χρόνια από την ολοσχερή καταστροφή, αξίζει να θυμόμαστε πως προηγήθηκαν άλλα, με σεβασμό σε θεσμούς, παραδόσεις, ανεκτίμητες ηθικές αξίες που έσβησαν μαζί με εδάφη και ανθρώπινες ζωές.

Όσοι γνώρισαν τη Σμύρνη από κοντά ευτύχησαν να αποθαυμάσουν τις φυσικές ομορφιές της. Ο πολυταξιδεμένος και ανοιχτόμυαλος Ηρόδοτος έγραψε πως δεν αντίκρισαν τα μάτια του ωραιότερη πόλη. Ο μέγιστος ρήτορας Κικέρων κατέθεσε ότι δεν υπάρχει σημείο της πόλης που δε θα γοητεύσει τον ταξιδιώτη. Τοπίο, αρχαιότητες, άνθρωποι. Ο Σικελιανός στον πρόλογο του μυθιστορήματος «Αιολική γη» του Βενέζη έγραψε: «Είναι η γλυκιά ιωνική ατμόσφαιρα, είναι η κρυφή, χαμένη θαλπωρή της μυστικής του κόσμου σάρκας, που απροσδόκητα ξανάρχεται και πάλι σ’ επαφή μητριαρχική μαζί μου, είναι η αγνή ιωνική πνοή του ξεχασμένου και νοσταλγημένου πολιτισμού». Το γράφει ο Θωμάς Κοροβίνης στο «Σμύρνη: Μια πόλη στη λογοτεχνία».

Η Μιμή Ντενίση μελέτησε εμβριθώς επί σειρά χρόνων γραφές και ντοκουμέντα, ερεύνησε, διασταύρωσε πηγές κι έγραψε το χρονικό της καταστροφής της Σμύρνης ξεκινώντας την αφήγηση από τα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918), όταν η Σμύρνη ήταν η πόλη των πόλεων, ανθισμένη εμφανώς στο ελληνικό τμήμα της, σε όλες τις μορφές μιας αναπτυγμένης κοινωνίας. Στις τέχνες, στα γράμματα, στον πολιτισμό, στον τρόπο ζωής. Υψηλό πνευματικό και βιοτικό επίπεδο και μια διάχυτη υπερεκτιμημένη άποψη για τη μάνα Ελλάδα. Το υλικό που συγκέντρωσε το διασκεύασε σε θεατρικό έργο ισορροπώντας την ηθογραφία με την ιστορία, το σκηνοθέτησε ευρηματικά και το ανέβασε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη με τεράστια επιτυχία.

Βασισμένη τώρα στο ομώνυμο θεατρικό της έργο, η Μιμή Ντενίση με τη συνδρομή του Μάρτιν Σέρμαν στο σενάριο, μέσα από την ιστορία της Φιλιώς Μπαλτατζή, μιας κοσμοπολίτισσας Σμυρνιάς που βιώνει τη τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής, καταφέρνει να μας ταξιδέψει στον χρόνο και να ζωντανέψει ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια της Ελληνικής ιστορίας.

Πιο αναλυτικά, η Φιλιώ Γουίλιαμς, μία ηλικιωμένη Ελληνοαμερικανίδα, σπεύδει στη Μυτιλήνη με την εγγονή της για να συμπαρασταθεί στους Σύριους πρόσφυγες. Κανείς δεν ξέρει την καταγωγή της, κανείς δεν ξέρει ότι η Σμυρνιά γιαγιά της βρέθηκε κάποτε στο ίδιο νησί κατατρεγμένη και προσφυγοπούλα. Το τεφτεράκι με τις συνταγές της συνονόματης γιαγιάς Φιλιώς ξετυλίγει την πολυτάραχη ιστορία της κοσμοπολίτικης οικογένειας Μπαλτατζή, όπως διαμορφώνεται από τις τραγικές διεθνείς εξελίξεις, που καθόρισαν τη μοίρα των λαών.

Με άξονα την προαναφερθείσα μεγαλοαστική οικογένεια και τις διακυμάνσεις που της έφερνε ο χρόνος και με δορυφόρους του όλα τα ιστορικά γεγονότα που αφορούσαν Ελλάδα και Μικρά Ασία: πολιτικές αναταραχές, χρόνια εθνικού διχασμού, τουρκικές εσωτερικές ανατροπές κι έναν Κεμάλ να προχωρά από το όραμα στην πράξη δημιουργώντας τον στρατό Νεότουρκων, «γευόμαστε» οι θεατές μυρωδιές από Σμυρνέϊκη κουζίνα, αριστοκρατικές βεγγέρες, ερωτοπαιχνιδίσματα και καμώματα, ειρηνική ελληνοτουρκική συνύπαρξη- συμβίωση, έως φρικαλεότητες και θηριωδίες ανθρώπων σε ανθρώπους, αλλά κοινωνούμε και τη μεγάλη Αυγουστιάτικη μέρα του 1922 της καταστροφής της Σμύρνης κι όλα όσα την ακολούθησαν. Με χρονική ακρίβεια και ιστορική τεκμηρίωση.

Η μεγαλύτερη και ακριβότερη παραγωγή στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου μάς μεταφέρει στη Σμύρνη του 1922, ξεκινώντας από τη Μυτιλήνη του σήμερα. Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν σε: Λέσβο, Χίο, Αθήνα, Πειραιά και Φάληρο.

Με την αρωγή μιας παραγωγής, που ανέλαβε ο Διονύσης Σαμιώτης, αλλά και την αριστοτεχνική διεύθυνση φωτογραφίας του Σίμου Σαρκετζή, ο Γρηγόρης Καραντινάκης ( Η Χορωδία του Χαρίτωνα) κινείται επιδέξια στην προκυμαία που στήθηκε στο Φάληρο, χρησιμοποιεί σωστά τα ειδικά ψηφιακά εφέ, αποδίδει πιστά τη ζωή στη Σμύρνη, αλλά και το μέγεθος της καταστροφής , προβάλλοντας δύο πραγματικότητες. Την ευμάρεια και την ανεμελιά από τη μια, την απόλυτη τραγωδία από την άλλη, ενώ ταυτόχρονα μέσα από ένθετα κομμάτια κινηματογραφημένα στη λογική των επίκαιρων, μας μεταφέρει και στο μέτωπο, εκεί που μαινόταν ο πόλεμος, προσφέροντάς μας την εικόνα του τι συνέβη τότε.

Σαφώς, η κινηματογράφηση της αποσπασματικής αφήγησης δεν είναι στο σύνολο της άψογη, υπάρχουν εμφανείς ατέλειες, αλλά ο σκηνοθέτης, σαν άλλος Τάσος Μπιρσίμ, καταφέρνει να δώσει την αίσθηση του πλήθους με τα κοντινά πλάνα στους λιγοστούς κομπάρσους, συνεπικουρούμενος από το επιτυχές μοντάζ των σκηνών που κατέγραψε κινούμενη ατάκτως η κάμερα και των ψηφιακών εφέ.

Στο σενάριο δεν υπάρχει μια αναφορά, έστω, της σκληρής συμπεριφοράς Ελλήνων στρατιωτών (περίπτωση Νικομήδειας 1921), αλλά και κατά την αποχώρησή τους, όταν έσπασε το μέτωπο στην Ανατολία, ενώ θα έπρεπε, με τη λογική του σινεμά, η ταινία να τελειώνει όπως ακριβώς άρχισε. Με την ηλικιωμένη Φιλιώ Γουίλιαμς και την εγγονή της στη Μυτιλήνη, ανάμεσα στους φρέσκους μετανάστες που ξεβράζει η θάλασσα μέχρι σήμερα. Αστοχίες που δεν περνούν απαρατήρητες.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η έννοια της ανθρωπιστικής καταστροφής, της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή, ήταν τότε έννοιες εντελώς ξένες. Για τον λόγο αυτόν σφαγές γυναικόπαιδων, μετακινήσεις πληθυσμών, πυρπολήσεις χωριών περνούν στα ψιλά των αναφορών και, συχνά, με το ερώτημα για τη στρατηγική τους σημασία. Όταν, για παράδειγμα, ο Γάλλος αξιωματικός Claude Farrère στα γαλλικά αρχεία αναφέρεται στις εξηγήσεις του Κεμάλ ότι οι μετακινήσεις πληθυσμών στο εσωτερικό της Ανατολίας οφείλονταν σε αμυντικούς λόγους, επειδή στα μετόπισθεν δρούσαν ένοπλα σώματα, θεωρεί περιττό να υπολογίσει πόσο κόστισε η στρατηγική αυτή σε ανθρώπινες ζωές (14.6.1922). Το ίδιο συμβαίνει και όταν αναφέρονται σε βιαιοπραγίες εναντίον μουσουλμάνων αμάχων από τον ελληνικό στρατό. Οι ιστορικοί συντάκτες αναρωτιούνται, κυρίως, για τη στρατηγική τους σκοπιμότητα. Αντίθετα, εκτενείς αναλύσεις γίνονται για τις πολιτικές διαφωνίες στο ελληνικό μέτωπο ή για τον κίνδυνο μιας συμμαχίας των κεμαλικών με τους μπολσεβίκους. Άλλωστε, στην τελική διαμόρφωση της γαλλικής στάσης βάρυνε όχι τόσο η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα και η επιστροφή των αντιβενιζελικών στις εκλογές του 1920, όσο ο υπολογισμός ότι θα νικούσε ο Κεμάλ, σε συνδυασμό με τον φόβο ότι τη νίκη αυτή θα την πιστώνονταν οι Σοβιετικοί, αν δεν προλάβαιναν να προσεταιριστούν τον νικητή οι Σύμμαχοι.

Επανέρχομαι στην ταινία, όπου εντυπωσιάζουν τα σκηνικά: των Ηλία Λεδάκη, Γιάννη Παπαδόπουλου, Μιχάλη Σαμιώτη, τα κοστούμια της Φωτεινή Δήμου, η φωτογραφία του Σίμου Σαρκετζή, η μουσική του Ανδρέα Κατσιγιάννη.

Με επικεφαλής την κ. Μιμή Ντενίση, το διεθνές καστ υπηρετεί το σενάριο με τρόπο που καθοδήγησε, υποθέτω, ο σκηνοθέτης. Αξιοπρόσεχτες είναι όλες οι ερμηνείες των ηθοποιών μικρών και μεγαλύτερων ρόλων, όμως ξεχωρίζουν αυτές της Ντίνας Μιχαηλίδου – Εφταλίας, του Θόδωρου Κατσαφάδου ως Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, των Τούρκων ηθοποιών Burak Hakki και Ozdemir Cifticioglou που υποδύονται εξαιρετικά τους υπηρέτες -πάτερα και γιο – της αριστοκρατικής οικογένειας Μπαλτατζή και του Κρατερού Κατσούλη ως Σπύρος Μπαλτατζής.

Σύμφωνα με την παραγωγή, αποστολή της ταινίας «ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ», δεν είναι να αναμοχλεύσει πάθη του παρελθόντος, αλλά να μιλήσει για ένα τεράστιο διεθνές πρόβλημα, το μεγαλύτερο ίσως σήμερα. Το προσφυγικό. Να θυμίσει πως ιστορίες σαν αυτή της σημερινής Συρίας, έχουν ξανασυμβεί στο παρελθόν και, μάλιστα, στους Έλληνες, που ίσως γι’ αυτό αγκαλιάζουν μ’ αγάπη και γενναιοδωρία τους σημερινούς πρόσφυγες.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Γρηγόρης Καραντινάκης

Παίζουν: Μιμή Ντενίση, Λεωνίδας Κακούρης, Burak Hakki, Κρατερός Κατσούλης, Ταμίλλα Κουλίεβα, Κατερίνα Γερονικολού, Ντίνα Μιχαηλίδου, Αναστασία Παντούση, Ozdemir Ciftcioglu, Νέδη Αντωνιάδη, Γιάννης Εγγλέζος, Έφη Γούση, Nathan Thomas, Χρήστος Στέργιογλου, Θοδωρής Κατσαφάδος, Daniel Crossley, Dunkan Skinner, Δάφνη Αλεξάντερ, Μιχάλης Μητρούσης, Nαταλία Δραγούμη, Μανώλης Γεραπετρίτης, Ανδρέας Νάτσιος, Ian Roberson, Joanna Kalafatis, ο Γιάννης Βογιατζής και ο Özdemir Çiftçioglu.

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Σίμος Σαρκετζής

Μοντάζ: Λάμπης Χαραλαμπίδης

Μουσική: Ανδρέας Κατσιγιάννης

Production design: Ηλίας Λεδάκης, Γιάννης Παπαδόπουλος, Μιχάλης Σαμιώτης

Κοστούμια: Φωτεινή Δήμου

Casting Director: Μάκης Γαζής

Ήχος : Νίκος Μπουγιούκος

Makeup & prosthetics designer: Δήμητρα Γιατράκου

Hair stylist: Ιουλία Συγριμή

VFX: Αντώνης Κοτζιάς – Υafka

SFX: Alpha Stunt

Line producer: Φένια Κοσοβίτσα

Associate producers: Martin Sherman, Νάνσυ Κοκολάκη

Εκτέλεση Παραγωγής: Blonde

Διανομή: Tanweer Alliances

Συμπαραγωγοί: Central Stage, ANT1, EΡT, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Tsiatlino, Finos Film, Barking Well Media, York Films, Ευρώπη ασφαλιστική.

Μέγας Χορηγός: Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού Μεγάλοι Χορηγοί: Ε.Ι. Παπαδόπουλος Α.Ε, X.A. Παπαέλληνας Εμπορική

Χορηγοί: ΟΠΑΠ, Aegean oil, Optima Bank, Όμιλος Ιατρικού Αθηνών, M/Maritime, Protergia, Ήλιος Μπαχαρικά, Μαρίνα Γιαβρόγλου, Petra & Fos.

Με την υποστήριξη της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, της Περιφερειακής Ενότητας Χίου, του Δήμου Χίου, του Δήμου Δυτικής Λέσβου, του Δήμου Μυτιλήνης, του Κοινωφελούς Ιδρύματος Μαρία Τσάκος, της Περιφέρειας Αττικής, της Περιφερειακής Ενότητας Νοτίου Τομέα Αθηνών, του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, της Ιαπωνικής Πρεσβείας στην Ελλάδα και του Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ Α.Ε.).

Υπό την Αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού & Αθλητισμού, του Υπουργείου Παιδείας & Θρησκευμάτων, του Υπουργείου Μετανάστευσης & Ασύλου, του Υπουργείου Εξωτερικών- Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού και Δημόσιας Διπλωματίας.

Υ.Σ. Κριτικές για κινηματόγραφο δεν γράφω, πλην εξαιρέσεων. Αύτη είναι η δεύτερη, επειδή η ταινία ακολούθησε τη θεατρική παράσταση της κ. Ντενίση, την οποία παρακολούθησα στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button